18/11/2009

Η Άγκυρα, η Ισλαμική Διάσκεψη και τα εθνικά μας ζητήματα



(Ρόϊτερς, 09 Νοεμβρίου 2009)

Τις χώρες της Ισλαμικής Διάσκεψης φιλοξένησε η Τουρκία, για να συζητήσουν θέματα οικονομικής ανάπτυξης και συνεργασίας των μουσουλμανικών χωρών. Η ώθηση που επιδιώκεται να δώσει στον εν λόγω τομέα η Άγκυρα συνδέεται άμεσα με τις επιδιώξεις της στην περιοχή μας.

Η 25η σύνοδος της Μόνιμης Επιτροπής Οικονομικής και Εμπορικής Συνεργασίας (COMCEC) συνήλθε την εβδομάδα που κύλησε στην Κωνσταντινούπολη. Οι ισλαμικές χώρες, και κυρίως οι όμορες χώρες της Τουρκίας, έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον στο γεγονός, όπως προκύπτει και από τη συμμετοχή 54 χωρών. Αρκετές από τις χώρες αυτές μάλιστα εκπροσωπήθηκαν σε πολύ υψηλό επίπεδο: 11 αρχηγοί κρατών, 6 πρωθυπουργοί και 18 υπουργοί.

Στη σύνοδο συζητήθηκαν θέματα που αφορούν τη σύσφιγξη της οικονομικής συνεργασίας και την ανάπτυξη εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των χωρών του ισλαμικού κόσμου. Στο τέλος των εργασιών υιοθετήθηκε κείμενο με γενικές αρχές. Η «Διακήρυξη της Κωνσταντινούπολης», όπως αποκαλείται, παροτρύνει τα κράτη μέλη της Διάσκεψης να καταβάλουν περισσότερες προσπάθειες για τη μείωση της φτώχειας, να αναπτύξουν επιχειρηματικές συνεργασίες μεταξύ τους, να αυξήσουν το επίπεδο των συναλλαγών τους κατά 20% μετά το 2015, να βελτιώσουν την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών τους, να συνεργαστούν για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντολογικών ζητημάτων και να δημιουργήσουν κοινά προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης.

Ο ρόλος της Άγκυρας στην COMCEC ανάγεται στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν η Τουρκία, με τον τότε Πρόεδρό της Κενάν Εβρέν, είχε αναλάβει την προεδρία της Επιτροπής. Έκτοτε, ωστόσο, ο θεσμός αυτός διέγραψε μηδαμινή πρόοδο παραμένοντας σχεδόν στην αφάνεια. Το ενδιαφέρον της Άγκυρας να δραστηριοποιήσει την Επιτροπή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν είναι τυχαίο γεγονός. Εντάσσεται στα ευρύτερα στρατηγικά της σχέδια για την ενίσχυση της πολιτικής και οικονομικής της ανεξαρτησίας. Με άλλα λόγια, η Άγκυρα βρίσκεται σε τροχιά γενικότερης απεξάρτησης από τη Δύση, σχέδιο όμως που απαιτεί αφενός την ανεύρεση τεράστιων οικονομικών πόρων, γεγονός που δυσχεραίνει το εγχείρημα, ιδίως τη στιγμή αυτήν που η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, και αφετέρου ισχυρούς φίλους στον υπόλοιπο κόσμο. Συνεπώς η νέα φιλοσοφία της πάση θυσία αναβάθμισης της διεθνούς θέσης της χώρας, την οποία προωθεί ο ιθύνων νους της τουρκικής διπλωματίας, απαιτεί σύσφιγξη των οικονομικών σχέσεων με τις ισλαμικές χώρες, κυρίως τις όμορες, όπως το Ιράν, η Συρία και το Ιράκ, ούτως ώστε τα αμοιβαία οφέλη που θα προκύψουν να εκμηδενίσουν κάθε πιθανότητα εμφάνισης πολιτικών διαφορών. Το κατάλληλο ιδεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου θα επιδιωχθεί το εγχείρημα προσφέρεται από τον ισλαμικό θεσμό (Ισλαμική Διάσκεψη). Να γιατί η Άγκυρα δεν άφησε να περάσει ανεκμετάλλευτη η ευκαιρία, όταν παρουσιάστηκαν οι κατάλληλες συγκυρίες, να διεκδικήσει τη θέση του γενικού γραμματέα της Διάσκεψης.

Το θέμα ενδιαφέρει άμεσα τη χώρα μας, καθώς η Άγκυρα χρησιμοποιεί το βήμα της Διάσκεψης όλο και πιο συχνά και επίμονα για να προωθήσει τα συμφέροντά της στο Κυπριακό. Έτσι, η σύνοδος της COMCEC προσφέρθηκε για μία ακόμη διπλωματική εκστρατεία της Άγκυρας. Ο Πρόεδρος Γκιουλ είχε την ευκαιρία να απευθύνει έκκληση στα κράτη-μέλη της Διάσκεψης «να προσφέρουν κάθε δυνατή βοήθεια στους τουρκοκύπριους αδελφούς τους για να αρθούν οι άδικες πιέσεις και αποκλεισμοί». Τα ίδια περίπου είπε και ο τουρκοκύπριος ηγέτης Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, ο οποίος βρέθηκε παρών εκπροσωπώντας το ψευδοκράτος, που συμμετέχει στις εργασίες της Διάσκεψης με το καθεστώς του παρατηρητή. Προφανής στόχος της Άγκυρας είναι να ενθαρρυνθούν οι μουσουλμανικές χώρες να εγκαινιάσουν οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με τα κατεχόμενα, γεγονός που θα σήμαινε παγιοποίηση της κατάστασης και de facto αναγνώριση του παράνομου καθεστώτος. Το θέμα, όμως, δεν σταματά εκεί. Ο Γκιουλ επέστησε την προσοχή της Διάσκεψης στη σημασία της ένταξης, στο πλαίσιο συνεργασίας και αλληλοϋποστήριξης που επιδιώκεται να διαμορφωθεί μεταξύ των μελών της Διάσκεψης, και των μουσουλμανικών κοινοτήτων, με ρητή αναφορά σʼ εκείνες των Βαλκανίων!

Το παραπάνω θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των όσων αποκαλυπτικών σημείωσε σε άρθρο του ο έγκριτος τούρκος δημοσιογράφος Σαμί Κοέν στην ημερήσια «Μιλιέτ» (11/11/2009) αναφορικά με το περιεχόμενο της επιστολής που απηύθυνε ο τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον έλληνα ομόλογό του. Κατʼ αυτόν, τέσσερα είναι τα επίμαχα σημεία της επιστολής: το Κυπριακό, το Αιγαίο, τα μειονοτικά και η παράνομη μετανάστευση. Είναι πασιφανές πλέον ότι η Άγκυρα επιδιώκει να εξασφαλίσει στη μειονότητα της Θράκης το καθεστώς του παρατηρητή στη Διάσκεψη, δρομολογώντας έτσι μια νέα κυπριακή τραγωδία, που θα την υλοποιήσει μόλις θα της προσφερθεί η κατάλληλη ευκαιρία.

Η Ισλαμική Διάσκεψη έχει εξελιχθεί σε όχημα της Άγκυρας, μιας κατά τα άλλα «σεκουλαριστικής» και «δυτικόστροφης» χώρας, για την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων. Ουδεμία αντίδραση έχει σημειωθεί, ωστόσο, για το σουρεαλιστικό αυτό πάρε δώσε που παρατηρείται μεταξύ της Τουρκίας και του ισλαμικού κόσμου. Να είναι, άραγε, προνόμιο μόνο της Τουρκίας και των ισλαμικών χωρών να συστήνουν, να συμμετέχουν και να ηγούνται περιφερειακών οργανισμών θρησκευτικού χαρακτήρα; Αν όχι, ίσως τελικά να μην ήταν και τόσο παράλογη ιδέα να συσταθεί κάποτε ένας ανάλογος με τη Διάσκεψη θεσμός από τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, που θα έδινε στην Αθήνα την ευκαιρία να ξαναμπεί δυναμικά στη διεθνή πολιτική σκηνή. Αυτό που χρειάζεται είναι υπεύθυνη και σοβαρή δουλειά που θα έχει διάρκεια.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 15/11/2009

Για περισσότερα...

11/11/2009

Ο Ερντογάν επιμένει στο δημοκρατικό άνοιγμα


(«Το Δημοκρατικό Άνοιγμα» του Χασλέτ Σογιόζ, «Μιλιέτ» 29/9/2009)

Παρά τα δυσάρεστα αποτελέσματα που επιφύλασσε η πρώτη περίοδος, ο ισλαμιστής πρωθυπουργός της Τουρκίας φαίνεται αποφασισμένος να στηρίξει το δημοκρατικό άνοιγμα προς τους Κούρδους. Εντούτοις, η χρονική στιγμή που επέλεξε ο Ερντογάν για να προωθήσει το συγκεκριμένο σχέδιο δεν είναι άμοιρη πολιτικών υπολογισμών.

Την εβδομάδα που πέρασε η ισλαμική κυβέρνηση ΑΚΡ δέχτηκε έντονες επικρίσεις από την αντιπολίτευση για την πρόθεσή της να επιμείνει στο δημοκρατικό άνοιγμα προς τους κούρδους πολίτες της χώρας. Η εξαγγελία αυτή της κυβέρνησης προκάλεσε την αντίδραση των υπερεθνικιστών του Ντεβλέτ Μπαχτσελί (ΜΗΡ) και των Κεμαλιστών του Ντενίζ Μπαϊκάλ (CHP), καθώς είχε προηγηθεί πριν από λίγο καιρό η «ενοχλητική» υποδοχή μιας πρώτης ομάδας αγωνιστών του ΡΚΚ, οι οποίοι εξέφρασαν την επιθυμία να επωφεληθούν από τις υποσχέσεις της ισλαμικής κυβέρνησης για (υπό όρους) αμνηστία.

Η αντιπολίτευση κατηγόρησε συγκεκριμένα την κυβέρνηση για την κακή οργάνωση του όλου θέματος και για το ότι επέτρεψε να στηθεί από τον γηγενή κουρδικό πληθυσμό μια υποδοχή «ηρώων» στους «μεταμελημένους» αγωνιστές. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε προσβολή στο τουρκικό έθνος και στα θύματά του και εξόργισε το αντικυβερνητικό μέτωπο. Η οργή της αντιπολίτευσης μάλιστα μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, όχι μόνο από την αδράνεια που επέδειξε η κυβέρνηση στην υποδοχή των αγωνιστών από το Βόρειο Ιράκ, που οδήγησε στην απόφαση προσωρινής αναστολής του δημοκρατικού ανοίγματος, αλλά και από την πρόθεση της ισλαμικής κυβέρνησης να δώσει νέα ώθηση στη διαδικασία.

Η ισλαμική κυβέρνηση ΑΚΡ είχε ορίσει αρχικά ως ημέρα διεξαγωγής των συζητήσεων για το δημοκρατικό άνοιγμα τη 10η Νοεμβρίου, δηλαδή ανήμερα της επετείου του θανάτου του ιδρυτή της σύγχρονης Τουρκίας, Μουσταφά Κεμάλ! Η επιλογή της εν λόγω ημερομηνίας ήταν οπωσδήποτε συμβολική. Η διεξαγωγή της συζήτησης μια τέτοια μέρα στην Εθνοσυνέλευση θα μπορούσε να δώσει την εντύπωση στον τουρκικό λαό, αλλά και στη διεθνή κοινότητα, ότι το τουρκικό κράτος, «δημιούργημα» του ηγέτη του, κι αν δεν οδεύει ακόμη προς το τέλος του, σίγουρα προτίθεται να προχωρήσει σε σημαντικές παραχωρήσεις προς τους Ισλαμιστές.

Έπειτα από πολύωρη συνάντηση μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου -κυρίως όσων συμμετέχουν στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας- και γραφειοκρατών, αλλά και την κατ' ιδίαν συνάντηση που είχε ο Ερντογάν με τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, Ιλκέρ Μπασμπούγ, η συζήτηση στην Εθνοσυνέλευση μεταφέρθηκε για τη 12η Νοεμβρίου.
Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας φαίνεται διατεθειμένος να εμπλακεί προσωπικά στην προώθηση του δημοκρατικού ανοίγματος, που το είχε αναθέσει στον υπουργό Εσωτερικών Μπεσίρ Αταλάι. Η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης, ωστόσο, μπορεί να συνεπάγεται και κινδύνους, καθώς, όπως αναφέρει μερίδα του τουρκικού Τύπου, ο ισλαμιστής Ερντογάν δεν έχει ανακοινώσει το ακριβές περιεχόμενο της διαδικασίας του δημοκρατικού ανοίγματος. Ωστόσο, απ' όσα έχουν ήδη διαρρεύσει προς τα έξω τίποτα δεν προμηνύει δραματικές αλλαγές στη στάση του τουρκικού κράτους έναντι των Κούρδων.

Οι αυτονόητες παραχωρήσεις σχεδιάζεται να γίνουν υπό την κηδεμονία του κράτους ή υπό την αυστηρή επιτήρησή του, αν πρόκειται για ανάληψη ρόλου από τον ιδιωτικό τομέα. Ωστόσο, τώρα που έχει σημειωθεί ήδη μία κυβερνητική «επιτυχία» και η ιδέα της κατάθεσης των όπλων και της επιστροφής στην πατρική οικία φαίνεται να βασανίζει τους αγωνιστές του ΡΚΚ, η κυβέρνηση, υπό τις πιέσεις της αντιπολίτευσης και των ενόπλων δυνάμεων, σχεδιάζει αυστηρότερες ρυθμίσεις για την επιστροφή των μεταμελημένων. Αντί να υιοθετήσει, φερ' ειπείν, τις διαδικασίες που προβλέπονται από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, οι οποίες είναι χρονοβόρες και συνεπώς δεν τη συμφέρουν, προσανατολίζεται σε μια ιδιότυπη ρύθμιση του θέματος, κατόπιν διμερούς συνεννόησης με την Αυτόνομη Κουρδική Περιοχή του Βορείου Ιράκ: Η Άγκυρα θα «υποδέχεται» τους κούρδους αγωνιστές στην επικράτεια της Αυτόνομης Κουρδικής Περιοχής, αποτρέποντας έτσι άλλες αυθόρμητες εκδηλώσεις του γηγενούς πληθυσμού.

Εξάλλου, η Άγκυρα άναψε το πράσινο φως και για την επιστροφή των πρώην ή εν ενεργεία αγωνιστών από το εξωτερικό, κυρίως από τη Δυτική Ευρώπη. Δεν αποκλείεται μάλιστα η επίσκεψη που πραγματοποίησε ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Α. Νταβούτογλου, στο Αρμπίλ την περασμένη εβδομάδα και η μετάβαση τις προάλλες του Νετσιρβάν Μπαρζανί, πρώην πρωθυπουργού της Αυτόνομης Κουρδικής Περιοχής και μέλους της κουρδικής ηγεσίας, στην Κωνσταντινούπολη να συνδέονται με τα σχέδια αυτά. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο Ερντογάν προτίθεται να επισπεύσει τις διαδικασίες για να ισχυροποιήσει τη θέση του ενώπιον της συνάντησής του με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, που είναι προγραμματισμένη για τις αρχές Δεκεμβρίου.

Όπως όλα δείχνουν, το πολυδιαφημισμένο δημοκρατικό άνοιγμα προς τους Κούρδους που εξήγγειλε η κυβέρνηση ΑΚΡ θα είναι περιορισμένης εμβέλειας υπό την πίεση του κατεστημένου. Ωστόσο, η ισλαμική κυβέρνηση δεν μοιάζει να χάνει τις ευκαιρίες που της προσφέρονται για την πολιτική εκμετάλλευση του σχεδίου της είτε στο εσωτερικό είτε στη διεθνή σκηνή.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 8/11/2009

Για περισσότερα...

03/11/2009

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΣΤΗΝ ΤΕΧΕΡΑΝΗ


(Ρόϊτερς, 27 Οκτωβρίου 2009)

Σύσφιγξη των τουρκοϊρανικών στρατηγικών σχέσεων

Νέα πρόοδο σημείωσαν οι τουρκοϊρανικές σχέσεις μετά την πρόσφατη επίσκεψη του Ερντογάν στην Τεχεράνη. Η επιδιωκόμενη προσέγγιση μεταξύ Τουρκίας και Ιράν επιβεβαιώνει τις ηγεμονικές διαθέσεις της Άγκυρας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Η τουρκική ηγεσία εξακολουθεί να ασκεί μια δραστήρια εξωτερική πολιτική στην περιοχή, επιδιώκοντας την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων. Λίγα μόλις εικοσιτετράωρα μετά την επίσημη επίσκεψη του τούρκου Προέδρου Αμπντουλάχ Γκιουλ στο Πακιστάν, ο ισλαμιστής πρωθυπουργός της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στο Ιράν.

Κατά την πρώτη του επίσκεψη στην Τεχεράνη, μετά από τρία ολόκληρα χρόνια, ο Ερντογάν είχε μια σειρά από συναντήσεις με τους ιρανούς αξιωματούχους. Συνομίλησε με τον ιρανό Πρόεδρο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, τον αντιπρόεδρο Μουχαμάντ Ριζά Ραχίμι, τον υπουργό Εξωτερικών Μανουτσέχρ Μουτακί και τον πρώην Πρόεδρο και θρησκευτικό ηγέτη του
Ιράν Αγιατολάχ Αλί Χαμανεΐ. Οι συναντήσεις διεξήχθησαν σε καλό κλίμα και τα δύο μέρη δεν ήταν καθόλου φειδωλά στις φιλοφρονήσεις τους. Ο τούρκος πρωθυπουργός αποκάλεσε το Ιράν «φίλη και αδελφή χώρα», ενώ ο Αγιατολάχ, απευθυνόμενος στον Ερντογάν, τόνισε ότι «πρέπει να θεωρεί ότι βρίσκεται μεταξύ αδελφών».

Η επίσημη επίσκεψη του Ερντογάν στο Ιράν έχει ενδιαφέρον από πολλές απόψεις, καθώς πραγματοποιήθηκε σε μια κρίσιμη χρονική στιγμή. Η Τεχεράνη εξακολουθεί να βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα όσον αφορά τα πυρηνικά προγράμματα που διεξάγει, ενώ η Άγκυρα επιδιώκει να αποκτήσει άμεσα πυρηνικούς αντιδραστήρες. Το γεγονός αυτό ευνοεί την ανάπτυξη ιδιαίτερων σχέσεων φιλίας μεταξύ Άγκυρας και Τεχεράνης, κι αυτό γιατί, απ' ό,τι φαίνεται, η Τουρκία, όπως και στην περίπτωση του Πακιστάν, επιδιώκει να εκμεταλλευτεί στο έπακρο όχι μόνο την τεχνογνωσία αυτών των χωρών, αλλά και τη διεθνή πολιτική συγκυρία που έχει προκύψει. Η δήλωση του Ερντογάν αναφορικά με την πυρηνική ενέργεια είναι ενδεικτική από αυτήν την άποψη. Ο ισλαμιστής πρωθυπουργός της Τουρκίας, κατά τη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε, παρείχε απόλυτη στήριξη στο Ιράν, δηλώνοντας ότι η κατοχή και η χρήση πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς είναι θεμιτή και ότι θα πρέπει να επιτρέπεται για όλες τις χώρες, συγκαταλέγοντας προφανώς σε αυτές και τη δικιά του. Αλλά εκείνο που προκάλεσε εντύπωση είναι κυρίως η δήλωσή του με την οποία καταφέρεται εναντίον των μεγάλων δυνάμεων. Προσπαθώντας να αντικρούσει την επικριτική στάση της διεθνούς κοινότητας που θέτει στο στόχαστρο την Τεχεράνη, ο Ερντογάν δήλωσε ανοιχτά ότι εάν πρόκειται να απαγορευτεί η χρήση της πυρηνικής ενέργειας, «η απαγόρευση θα πρέπει να ισχύσει πρώτα απ' όλα για τις χώρες του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών», εννοώντας τα μόνιμα μέλη και κυρίαρχα κράτη του διεθνούς παιχνιδιού.

Είναι έκδηλη, δηλαδή, η πρόθεση της ισλαμικής κυβέρνησης ΑΚΡ να πάρει θέση στο εν λόγω ζήτημα υπέρ του Ιράν και εναντίον των δυτικών της «συμμάχων». Η κίνηση αυτή, πέρα από την εξόφθαλμη προσπάθεια εκ μέρους της Άγκυρας να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία που προσφέρει μια σημαντική δικαιολογία για την κατοχή πυρηνικής ενέργειας προσεχώς, εμπεριέχει και το στοιχείο του περιφερειακού ανταγωνισμού. Στηρίζοντας η Τουρκία το Ιράν, ουσιαστικά στηρίζει τον εαυτό της, μια και επιδιώκοντας ενεργά το εθνικό της συμφέρον στο ζήτημα των πυρηνικών επιχειρεί να αναρριχηθεί στην περιφερειακή ιεραρχία, κατέχοντας θέση, γιατί όχι, δίπλα στις κατέχουσες πυρηνική ενέργεια χώρες.

Η συνεργασία στον τομέα της ενέργειας ήταν άλλο ένα θέμα που επικράτησε στην ημερήσια διάταξη κατά την επίσκεψη του τούρκου πρωθυπουργού στην Τεχεράνη. Υπό την παρουσία του Ερντογάν οι αρμόδιοι υπουργοί Ενέργειας υπέγραψαν Μνημόνιο Κατανόησης που προβλέπει: α) Νέες ρυθμίσεις αναφορικά με την εκμετάλλευση κοιτασμάτων φυσικού αερίου από τον ΤΡΑΟ (Κρατική Εταιρεία Πετρελαίων Τουρκίας) στο Ιράν, β) Τη μεταφορά ιρανικού φυσικού αερίου μέσω της Τουρκίας στην Ευρώπη και γ) Την παράταση του Μνημονίου μεταφοράς φυσικού αερίου από το Τουρκμενιστάν στην Τουρκία. Εξάλλου, τούρκοι και ιρανοί επιχειρηματίες συμφώνησαν στην κατασκευή έξι σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας στην τουρκοϊρανική μεθόριο. Τα δύο μέρη διεξήγαγαν ακόμη συνομιλίες για περιφερειακά σχέδια δημιουργίας χερσαίων και θαλασσίων δικτύων μεταφοράς, βιομηχανικών ζωνών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Τέλος, δεν λησμόνησαν να αναφερθούν στα θέματα περιφερειακής ασφάλειας και καταπολέμησης της τρομοκρατίας, ζήτημα που απασχολεί ιδιαιτέρως αυτό το διάστημα την Τουρκία, μια και η ισλαμική κυβέρνηση ΑΚΡ ανακοίνωσε ότι προτίθεται να αναστείλει το «δημοκρατικό άνοιγμα» προς την κουρδική μειονότητα.

Η επίσκεψη του Ερντογάν στην Τεχεράνη προσέλκυσε το ενδιαφέρον όλου του κόσμου και πρόσφερε, όπως προκύπτει από τα παραπάνω, μια καλή ευκαιρία στην Τουρκία να αναπτύξει τις στρατηγικές της σχέσεις με το Ιράν. Η περαιτέρω βελτίωση των σχέσεων με τη χώρα αυτή, σε συνδυασμό με τη ρήξη που σημειώθηκε στις σχέσεις με το Ισραήλ, δίνει το στίγμα της πολιτικής που επιδιώκει να ακολουθήσει η Άγκυρα, πέρα από οποιαδήποτε ιδεολογική συγγένεια του κυβερνώντος κόμματος (ΑΚΡ) με το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν, στη Μέση Ανατολή.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 1/11/2009


Για περισσότερα...

27/10/2009

Ρήγμα στις διπλωματικές σχέσεις Τουρκίας - Αζερμπαϊτζάν


Σε φάση διάστασης έχουν εισέλθει οι διπλωματικές σχέσεις Τουρκίας - Αζερμπαϊτζάν, μετά την απόφαση της Άγκυρας να προχωρήσει στη «διευθέτηση» των διαφορών της με το Ερεβάν. Η έντονη δυσαρέσκεια του Μπακού για τη στάση της ισλαμικής κυβέρνησης ΑΚΡ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αναδιαμόρφωσης των στρατηγικών συσχετισμών στην περιοχή του Καυκάσου.

Οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών, όπως όλα δείχνουν, έχουν εισέλθει σε μια νέα περίοδο ύφεσης. Αφορμή αυτήν τη φορά υπήρξε η βούληση της ισλαμικής κυβέρνησης ΑΚΡ να «γεφυρώσει» τις ιστορικές διαφορές που διχάζουν την Άγκυρα και το Ερεβάν. Τα δύο πρωτόκολλα που σύναψε η Τουρκία με την Αρμενία στις αρχές του Οκτωβρίου, παρά τις αντιρρήσεις του Μπακού, είχαν ως συνέπεια η αζέρικη πρωτεύουσα να δείξει έμπρακτα τη δυσαρέσκειά της για τη στάση που τήρησε η Άγκυρα.

Το διπλωματικό επεισόδιο αφορά την απαγόρευση ανάρτησης της τουρκικής σημαίας, αρχικά στο τουρκικό στρατιωτικό κοιμητήριο στο Μπακού και, αργότερα, στο παράρτημα της Προεδρίας Θρησκευτικών Υποθέσεων της Τουρκίας στην ίδια πόλη. Σύμφωνα με την Άγκυρα, η στάση των Αζέρων μπορεί να αποδοθεί στην πικρία που προκάλεσε, εκτός των άλλων, και το ατυχές επεισόδιο της σπίλωσης της σημαίας του Αζερμπαϊτζάν/Καραμπάχ, που προκλήθηκε από την τουρκική αστυνομία στην πρόσφατη συνάντηση των εθνικών συγκροτημάτων ποδοσφαίρου της Τουρκίας και της Αρμενίας στην Προύσα.

Αναφορικά με το παράρτημα της Προεδρίας, η Άγκυρα ισχυρίζεται ότι το Μπακού παραβίασε το Σύμφωνο της Βιέννης, το οποίο ρυθμίζει τις διπλωματικές σχέσεις των χωρών. Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι το κτίριο ανήκει στην τουρκική πρεσβεία και συνεπώς το Μπακού δεν έχει δικαίωμα λόγου. Από τη μεριά της η αζέρικη ηγεσία προβάλλει ως αιτιολογία την πρόσφατη θέσπιση νόμου που ρυθμίζει τα της ανάρτησης ξένης σημαίας στη χώρα και δεν παραλείπει να υπογραμμίσει, επιδεικνύοντας διπλωματική ευστροφία, ότι παρά τα όσα συνέβησαν ο σεβασμός και η εκτίμηση προς το τουρκικό έθνος παραμένουν αναλλοίωτα.

Η επιλογή των σημείων όπου εφαρμόστηκε ο νέος νόμος δεν είναι καθόλου τυχαία. Το μεν κοιμητήριο παραπέμπει σε μια ιστορική στιγμή της αζέρικης πρωτεύουσας, την κατάληψή της από τα οθωμανικά στρατεύματα λίγο πριν από το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το δε κτίριο στο οποίο στεγάζεται το παράρτημα της Προεδρίας Θρησκευτικών Υποθέσεων συμβολίζει τον θεσμό που κατʼ εξοχήν διχάζει τους δύο λαούς, καθώς συμβάλλει στη διάδοση του τουρκικού σουνιτικού Ισλάμ, σε μια χώρα που επικρατεί το σιιτικό Ισλάμ. Οι Αζέροι, με τις επιλογές αυτές, φαίνεται να θέλησαν να υπενθυμίσουν στην Άγκυρα τις ιδιαιτερότητες της εθνικής τους ταυτότητας, παρά τα κοινά γλωσσικά και πολιτισμικά στοιχεία που έχουν με τους Τούρκους. Κι αυτό γιατί, με τη συμπεριφορά της, η Άγκυρα έδειξε ότι ποσώς ενδιαφέρεται για το κατεχόμενο Καραμπάχ, αλλά νοιάζεται πρωτίστως για το πώς θα αποκτήσει μια «φιλειρηνική» εικόνα και το απαραίτητο γόητρο που θα της παράσχει διεθνή αναγνώριση ως ανερχόμενη «μεγάλη δύναμη», όπως επιθυμεί να αποκαλείται.

Κρίνοντας λοιπόν ότι οι τουρκοαζέρικες σχέσεις χρήζουν αποκατάστασης, ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Α. Νταβούτογλου δεν δίστασε ακόμη και να επισκεφθεί το Μπακού με την ευκαιρία της πραγματοποίησης εκεί της Συνόδου υπουργών Εξωτερικών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας των Παρευξεινίων Χωρών, παρέχοντας αυτοπροσώπως διαβεβαιώσεις για τη στήριξη της Άγκυρας στο Μπακού όσον αφορά το θέμα του Καραμπάχ.

Εντούτοις, η αζέρικη ηγεσία, που θεωρούσε τη μη σύναψη διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Αρμενίας ως εγγύηση και ενίοτε ως μοχλό πίεσης προς το Ερεβάν, μετά από αυτήν την προσέγγιση, παρά τις μύριες όσες διαβεβαιώσεις συνεχίζει να παρέχει η Άγκυρα, θεωρεί ότι έχει υπονομευτεί ανεπανόρθωτα το εθνικό της συμφέρον. Για να τεθεί μάλιστα φραγμός στην περαιτέρω ολίσθηση δεν δίστασε να κοινοποιήσει, λίγο μετά τη σύναψη των πρωτοκόλλων, τις προθέσεις της για τη λήψη ευνοϊκότερων γι' αυτή μέτρων σε μια σειρά από θέματα, όπως η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου που διοχετεύεται στην τουρκική αγορά.

Η τουρκοαζέρικη διάσταση, που προκλήθηκε από την τουρκοαρμενική προσέγγιση, σηματοδοτεί μια νέα πολιτική εκ μέρους της Τουρκίας στον Καύκασο.

Η νέα εικόνα που σχηματίστηκε, με τη Συρία και την Αρμενία να γίνονται αποδέκτες, φαινομενικά τουλάχιστον, του «διπλωματικού ανοίγματος» της Άγκυρας, δίνει την εντύπωση ότι η Άγκυρα επιδιώκει να διαμορφώσει τους συσχετισμούς στην ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής. Η ρήξη που επήλθε στον στρατηγικό άξονα Τουρκίας-Ισραήλ, από τον οποίο η Άγκυρα ευνοήθηκε στο έπακρο όλο αυτό το διάστημα, καθώς και η ψύχρανση των σχέσεων με μια παραδοσιακή σύμμαχο, όπως το Αζερμπαϊτζάν, συνηγορούν προς αυτήν την κατεύθυνση. Εντούτοις, τα φιλόδοξα σχέδια της Άγκυρας, κι αν ακόμη έχουν εξασφαλίσει τις ευλογίες των υπερδυνάμεων, είναι αμφίβολο αν θα αφήσουν αδιάφορες τις άμεσα ενδιαφερόμενες χώρες της περιοχής.

Το διακύβευμα για την Τουρκία είναι ότι στην προσπάθειά της να ανέλθει τη διεθνή ιεραρχία, κινδυνεύει να απογυμνωθεί από τους στενούς της συμμάχους στην περιοχή. Το γεγονός αυτό θα επιβεβαιώσει την άποψη ότι ο ηγετικός ρόλος που επιδιώκει να διαδραματίσει η Άγκυρα στην περιοχή απέχει πολύ από την αναγνώρισή της εκ μέρους των γειτονικών χωρών ως απόλυτης περιφερειακής «υπερδύναμης».

Κ. Βοσπορίτης,ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 25/10/2009

Για περισσότερα...

20/10/2009

Ο τουρκοϊσραηλινός στρατηγικός άξονας στα πρόθυρα της κατάρρευσης


(Σκίτσο του Ερτζάν Ακιόλ, Μιλιέτ - 15/02/2008)

Ραγδαία επιδείνωση στις σχέσεις Τουρκίας - Ισραήλ σημειώθηκε εξαιτίας του πρόσφατου αποκλεισμού της ισραηλινής αεροπορίας από ΝΑΤΟϊκή άσκηση που διεξήχθη στην Κεντρική Μικρά Ασία. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να δώσει μια δυναμική ώθηση στις σχέσεις της Τουρκίας με τα γειτονικά της κράτη ενώ δεν αποκλείεται να αλλάξει και τις εύθραυστες ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.

Ο αποκλεισμός της ισραηλινής αεροπορίας από τη ΝΑΤΟϊκή άσκηση «Αετός της Μικράς Ασίας» εγκαινίασε μια νέα περίοδο έντασης μεταξύ της Άγκυρας και του Τελ Αβίβ. Η Άγκυρα ανακοίνωσε αιφνιδίως την απόφασή της να αναβάλει το διεθνές σκέλος της άσκησης, που διεξάγεται στο Ικόνιο από τις αρχές σχεδόν της νέας χιλιετίας και στην οποία συμμετείχαν, εκτός της Τουρκίας, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Η άσκηση θεωρείται ένα είδος κληρονομιάς της στρατιωτικής παρέμβασης της 28ης Φεβρουαρίου 1997, που οδήγησε γενικότερα την τουρκική πολιτική ηγεσία στο περιθώριο της πολιτικής σκηνής και επέτρεψε ειδικότερα στους στρατιωτικούς να χειριστούν τα θέματα της ασφάλειας της χώρας, κυρίως αυτά με το Ισραήλ, κατά το δοκούν. Στο πλαίσιο της στρατηγικής συνεργασίας που δρομολογήθηκε μεταξύ της Άγκυρας και του Τελ Αβίβ στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η ισραηλινή πλευρά πέτυχε τη διεξαγωγή αεροπορικών ασκήσεων στον νομό Ικονίου για την εξάσκηση της ισραηλινής αεροπορίας. Ο λόγος είναι ότι η γεωγραφία της περιοχής είναι παρόμοια με εκείνη των χωρών από τις οποίες το Ισραήλ νιώθει ότι απειλείται, δηλαδή τη Συρία και κυρίως το Ιράν.

Η απόφαση της Άγκυρας να αποκλείσει το Ισραήλ από την άσκηση προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις στην ισραηλινή πρωτεύουσα. Ο αντιπρόεδρος της ισραηλινής κυβέρνησης Σιλβάν Σαλόμ υπενθύμισε ότι η Τουρκία και το Ισραήλ διατηρούν στρατηγικές σχέσεις και κάλεσε την τουρκική πολιτική ηγεσία να συνετισθεί. Ο δε ισραηλινός Τύπος και οι διανοούμενοι προσέλαβαν την κίνηση της Άγκυρας ως «στρατηγικό πραξικόπημα» εναντίον των ισραηλινών συμφερόντων. Η ισραηλινή δυσαρέσκεια εκφράστηκε και με αφορμή τη σειρά «Ο Χωρισμός» που προβάλλεται στην τουρκική κρατική τηλεόραση. Η εικόνα των ισραηλινών στρατιωτών να διαπράττουν δολοφονίες αμάχων στην Παλαιστίνη εξόργισε τους Ισραηλινούς που διά στόματος του υπουργού Εξωτερικών Αβιγκντόρ Λίμπερμαν δήλωσαν πως η ταινία είναι προκλητική και ότι έχαιρε σαφώς της τουρκικής κρατικής υποστήριξης. Από την άλλη, η ισλαμική κυβέρνηση του ΑΚΡ δεν έδειξε ιδιαίτερα σημεία διαλλακτικότητας. Ο μεν Νταβούτογλου κάλεσε το Ισραήλ να ακολουθήσει μια πιο σώφρονα πολιτική και να αλλάξει πλεύση στο Παλαιστινιακό, ο δε Ερντογάν δήλωσε ότι η κυβέρνησή του αφουγκράστηκε τη λαϊκή κατακραυγή εναντίον του Ισραήλ και επανήλθε τονίζοντας ότι η κυβέρνηση του ΑΚΡ δεν λαμβάνει αποφάσεις υπό πίεση και δεν δέχεται εντολές από κανέναν.

Η ραγδαία επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων πάντως έχει αρκετές πτυχές που βγαίνουν στην επιφάνεια μετά τη ρήξη που επήλθε μεταξύ των ηγετών των δύο χωρών στο Νταβός. Η πιο σημαντική από αυτές αφορά τα εξοπλιστικά προγράμματα που έχει αναλάβει να διεκπεραιώσει το Ισραήλ για λογαριασμό των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η Άγκυρα φαίνεται να πιέζει το Τελ Αβίβ να παραδώσει το συντομότερο τα αναβαθμισμένα άρματα μάχης (Μ60-Α1), τα πολεμικά αεροσκάφη (F-4) και τα νέα μη επανδρωμένα κατασκοπευτικά αεροσκάφη (Heron) που επιθυμεί να αποκτήσει διακαώς. Μια άλλη πτυχή έχει να κάνει με την απροκάλυπτη πια προσέγγιση της Άγκυρας με τη Δαμασκό στον αμυντικό τομέα. Το Τελ Αβίβ φαίνεται να ανησύχησε με τις δηλώσεις του σύρου υπουργού Αμύνης ότι πριν από λίγο διάστημα διεξήχθησαν κοινές συροτουρκικές στρατιωτικές ασκήσεις και ότι σχεδιάζεται να πραγματοποιηθούν κι άλλες σημαντικότερες προσεχώς.

Έπειτα από μία και πλέον δεκαετία στενής συνεργασίας, οι πολυσυζητημένες τουρκοϊσραηλινές στρατηγικές σχέσεις φαίνεται πως έχουν εισέλθει σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης. Η Άγκυρα φαίνεται διατεθειμένη να αναβαθμίσει τις σχέσεις της με τις γειτονικές αραβικές -και όχι μόνο- χώρες, με κόστος να θέσει στο περιθώριο τις σχέσεις της με το Τελ Αβίβ. Η υποβάθμιση, όμως, του τουρκοϊσραηλινού άξονα όχι μόνο ενέχει τον κίνδυνο της ανατροπής των υφιστάμενων ισορροπιών στη Μέση Ανατολή, αλλά δηλώνει κυρίως την επιθυμία της Άγκυρας να ηγηθεί των χωρών της περιοχής, με τις οποίες συνδέεται με θρησκευτικούς και ιστορικούς δεσμούς, εξοβελίζοντας το Ισραήλ από την πρωτοκαθεδρία του διεθνούς υποσυστήματος.

Η στάση των ΗΠΑ και ο ρόλος που θα αναλάβουν οι μικρές περιφερειακές δυνάμεις και τα άλλα πολιτικά μορφώματα, όπως η Αυτόνομη Κουρδική Περιοχή στο βόρειο Ιράκ, προβλέπεται να είναι καθοριστικής σημασίας στη διαμόρφωση του νέου σκηνικού στη Μέση Ανατολή.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 18/10/2009


Για περισσότερα...

13/10/2009

Η Τουρκία πρωτοστατεί στη δημιουργία νέου Περιφερειακού Οργανισμού


Την ίδρυση του Συμβουλίου Συνεργασίας του Τουρκικού Κόσμου αποφάσισαν οι ηγέτες των κρατών που συμμετείχαν στη Σύνοδο Κορυφής των τουρκόφωνων χωρών. Τα αποτελέσματα της συνόδου, που διεξήχθη στο Αζερμπαϊτζάν, συνιστούν μια αναβάθμιση των σχέσεων μεταξύ των τουρκικών δημοκρατιών, που ωστόσο απέχει πολύ από τους επιθυμητούς στόχους.

Την εβδομάδα που κύλησε, έλαβε χώρα η 9η Σύνοδος Κορυφής των τουρκόφωνων χωρών στον αυτόνομο θύλακα Ναχιτσεβάν του Αζερμπαϊτζάν. Στη σύνοδο συμμετείχαν οι Πρόεδροι της Δημοκρατίας της Τουρκίας, του Καζακστάν, του Κιργιστάν και φυσικά της διοργανώτριας χώρας Αζερμπαϊτζάν, ενώ το Τουρκμενιστάν συμμετείχε σε επίπεδο αντιπροέδρου της κυβέρνησης.

Το κύριο θέμα της ημερήσιας διάταξης αφορούσε την εμβάθυνση της πολιτικής συνεργασίας των τουρκόφωνων χωρών, ζήτημα που έχει σημειώσει ελάχιστη πρόοδο από τη σύλληψη της ιδέας της διοργάνωσης Συνόδων Κορυφής επί προεδρίας Τουργκούτ Οζάλ, στις αρχές της δεκαετίας του '90.

Οι εργασίες της συνόδου κατέληξαν στη Συμφωνία του Ναχιτσεβάν, που προβλέπει τη σύσταση του Συμβουλίου Συνεργασίας του Τουρκικού Κόσμου. Ο νέος περιφερειακός οργανισμός στόχο έχει να θεσμοποιήσει τη σχεδόν άτυπη ως τώρα συνεργασία των τουρκικών δημοκρατιών, ενώ όργανά του θα είναι το Συμβούλιο Αρχηγών Κρατών των τουρκόφωνων χωρών, το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών, το Συμβούλιο των Γερόντων (Γερουσία), το Συμβούλιο των Ανωτέρων Υπαλλήλων των υπουργείων Εξωτερικών και βέβαια η μόνιμη Γραμματεία του Συμβουλίου. Αυτή η τελευταία θα έχει έδρα την Κωνσταντινούπολη, ενώ οι έδρες των υπόλοιπων οργάνων θα καθορισθούν στην πορεία.

Μολονότι απουσίαζε από τη σύνοδο μια χώρα-κλειδί της Κεντρικής Ασίας, όπως είναι το Ουζμπεκιστάν, εξαιτίας της διάστασης απόψεων με την Τουρκία και το Καζακστάν, αλλά και λόγω της ιδιόμορφης εσωτερικής πολιτικής κατάστασης που επικρατεί σ' αυτήν τη χώρα, οι υπόλοιπες χώρες, με πρώτο το Καζακστάν, φάνηκε να υποστηρίζουν το εγχείρημα της εμβάθυνσης και θεσμοποίησης της συνεργασίας. Κατά τη διάρκεια της συνόδου συμφωνήθηκε να ιδρυθεί, κατόπιν προτάσεως του Προέδρου του Καζακστάν, Νουρ Σουλτάν Ναζαρμπάιεβ, η «Ακαδημία του Τουρκικού Κόσμου», πρόταση που βρήκε απολύτως σύμφωνη την Άγκυρα.

Συζητήθηκαν ακόμη ορισμένες προτάσεις του Προέδρου του Αζερμπαϊτζάν, Ιλχάμ Αλίεβ, αναφορικά με τη λειτουργία του οργανισμού TURKSOY, ο οποίος είχε συσταθεί για να εξασφαλιστεί κάποιος βαθμός συνεργασίας, κυρίως σε θέματα πολιτισμού, μεταξύ των τουρκικών δημοκρατιών. Συμφωνήθηκε, τέλος, να δοθεί νέα ώθηση στη συνέλευση των τούρκων κοινοβουλευτικών εκπροσώπων, που είχε συσταθεί πριν από έναν περίπου χρόνο, δίχως όμως να σημειωθεί κάποια σοβαρή εξέλιξη έκτοτε.

Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, το θέμα της συνεργασίας των τουρκικών δημοκρατιών αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά επί μιας κυβέρνησης στη γείτονα χώρα που ιδεολογικά δεν έχει, θεωρητικά τουλάχιστον, καμία συγγένεια με τον χώρο της Κεντρικής Ασίας. Εντούτοις, το ισλαμικό κόμμα ΑΚΡ, όπως και στην προηγούμενη Σύνοδο Κορυφής, που διοργανώθηκε πριν από τρία περίπου χρόνια στην Αττάλεια, έτσι και τώρα ηγήθηκε των πρωτοβουλιών συνεργασίας με τις τουρκικές δημοκρατίες, που είναι ένα πεδίο κατεξοχήν συνδεδεμένο με τους τούρκους υπερεθνικιστές («Γκρίζους Λύκους») του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) του Ντεβλέτ Μπαχτσελί.

Η προσέγγιση που υιοθέτησε το ΑΚΡ στο εν λόγω ζήτημα οφείλεται σε πολλούς λόγους. Πρώτον, αναφορικά με τις ισορροπίες της εσωτερικής πολιτικής σκηνής, ασκείται πίεση προς τους ακροδεξιούς, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος οι ψηφοφόροι τους να ενστερνιστούν την πρόταση συνεργασίας με τον χώρο της Κεντρικής Ασίας που προσφέρουν οι ισλαμιστές. Δεύτερον, το ισλαμικό κόμμα φαίνεται να αντιλαμβάνεται τις τουρκικές δημοκρατίες ως πρόσφορο πεδίο για διείσδυση του τουρκικού Ισλάμ, με πρωτεργάτες τους συντρόφους του Φετχουλάχ Γκιουλέν, γεγονός που, εάν ισχύει, επαληθεύει την άποψη ότι η «τουρκο-ισλαμική σύνθεση» έχει επικρατήσει στην τουρκική πολιτική σκηνή.

Τρίτον, το ΑΚΡ επιδιώκει, μέσω τέτοιου είδους πρωτοβουλιών, να πετύχει το «άλμα» στις διεθνείς σχέσεις της χώρας, εξασφαλίζοντάς της γόητρο και κύρος και κυρίως την αναγνώρισή της ως μεγάλης δύναμης από τη διεθνή κοινότητα, γεγονός που θα της επέτρεπε να χειρίζεται με άλλη άνεση κρίσιμα ζητήματα γι' αυτήν, όπως το Αρμενικό ή το Κυπριακό. Στο τελευταίο αυτό θέμα δεν θα πρέπει να θεωρηθεί έκπληξη, εάν μεσοπρόθεσμα οι τουρκικές δημοκρατίες αλλάξουν στάση και αναγνωρίσουν το «ψευδοκράτος» υπό την πίεση της Άγκυρας.

Τέλος, τέτοιου είδους συνεργασίες επιφέρουν συνήθως και κάποια οικονομικά οφέλη για τη χώρα που παίζει ηγετικό ρόλο λαμβάνοντας πρωτοβουλίες. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι οι πρόεδροι των κεντρικών τραπεζών των τουρκικών δημοκρατιών συνήλθαν στην Κωνσταντινούπολη στο περιθώριο των εργασιών του ΔΝΤ, τη στιγμή που λάμβανε χώρα η Σύνοδος Κορυφής στο Αζερμπαϊτζάν, αλλά ούτε και οι διαβεβαιώσεις του Ναζαρμπάιεβ για την παροχή των απαιτούμενων υδρογονανθράκων προς την Τουρκία στο πλαίσιο των σχεδιαζόμενων αγωγών.

Η σύσταση του Συμβουλίου Συνεργασίας του Τουρκικού Κόσμου είναι σαφώς μια επιτυχία της Άγκυρας προς την κατεύθυνση της ολοκλήρωσής της με τον χώρο της Κεντρικής Ασίας. Εντούτοις, οι διαδικασίες κυλούν με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς και τα αποτελέσματα θα καθυστερήσουν να έρθουν, εξαιτίας και της πίεσης που ασκούν σημαίνοντα μέλη της διεθνούς κοινότητας, όπως η Ρωσία, γεγονός που επηρεάζει και την απαραίτητη πολιτική βούληση.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 11/10/2009

Για περισσότερα...

06/10/2009

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και οι ελληνικές περιουσίες στην Τουρκία


Η ιστορική απόφαση του ΕΔΑΔ, που αναγνωρίζει κληρονομικά δικαιώματα σε έλληνες πολίτες που έχουν περιουσία στην Τουρκία, ανοίγει τον δρόμο για την αποκατάσταση της αδικίας που υπέστησαν μέλη της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης και των κληρονόμων τους.

Την εβδομάδα που πέρασε, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εδρεύει στο Στρασβούργο, με απόφαση που εξέδωσε αναγνώρισε τα κληρονομικά δικαιώματα των αδελφών Φωκά αναφορικά με την περιουσία της αδελφής τους Πολυξένης Πιστικά, η οποία είχε υιοθετηθεί από το ζεύγος Αποστόλου και Ελισάβετ Πιστικά τη δεκαετία του 1950, στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ευάγγελος και Ιωάννης Φωκάς, έλληνες πολίτες, είχαν προσφύγει στο ΕΔΑΔ στις αρχές της νέας χιλιετίας κατόπιν άρνησης της τουρκικής Δικαιοσύνης να τους αναγνωρίσει το κληρονομικό τους δικαίωμα.

Το ΕΔΑΔ καταδίκασε την Τουρκία για παράβαση του άρθρ. 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που αφορά την προστασία του δικαιώματος της περιουσίας. Μολονότι το δικαστήριο δεν όρισε τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα θα πρέπει να επανορθώσει, κάλεσε τα δύο μέρη να βρουν μια συμβιβαστική λύση σε εύλογο χρονικό διάστημα. Το πιθανότερο είναι ότι η Άγκυρα, με την εμπειρία που έχει αποκομίσει από παρόμοιες υποθέσεις στα Κατεχόμενα, θα προσφύγει στην υπονόμευση της διαδικασίας, με αποτέλεσμα το ΕΔΑΔ, λόγω παρέλευσης χρόνου, να αποφανθεί για το ποσόν που πρέπει να καταβάλει η Τουρκία.

Η καταδικαστική για την Τουρκία απόφαση συνιστά σημαντική νομολογία, που αποτελεί και τη βάση για τη διεκδίκηση των «χαμένων» ελληνικών περιουσιών στην πάλαι ποτέ μητρόπολη του Ελληνισμού. Ωστόσο, ακόμη και υπό τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις, η πορεία προς την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ελλήνων υπηκόων που έχουν (είχαν) ακίνητη περιουσία στην Κωνσταντινούπολη είναι γεμάτη με εμπόδια. Γιατί πρέπει να έχει κανείς υπόψη του το πνεύμα που διέπει την τουρκική νομοθεσία αναφορικά με τη θέση που κατέχουν οι μη μουσουλμάνοι και μη Τούρκοι στη γείτονα χώρα. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι παρόλο που το 1988 ήρθη το διάταγμα του 1964 με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με το οποίο επιβλήθηκαν περιορισμοί στους έλληνες υπηκόους όσον αφορά το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και της μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας, στην πράξη φαίνεται ότι εξακολουθεί να ισχύει. Και αυτό γιατί το διάταγμα του 1964 αποτέλεσε τη νομική βάση για την απόφαση της τουρκικής Δικαιοσύνης που ελήφθη το 1996 και που αναιρεί προηγούμενη απόφασή της σύμφωνα με την οποία όριζε την Πολυξένη Φωκά κληρονόμο της Ελισάβετ Πιστικά που απεβίωσε το 1987! Εξάλλου, οι μέθοδοι που ακολουθήθηκαν από τις τουρκικές αρχές στη συγκεκριμένη περίπτωση μιλάνε από μόνες τους. Όπως αναφέρει η φιλελεύθερη τουρκική εφημερίδα «Ραντικάλ» (1/10/2009), η Πολυξένη Φωκά είχε οικτρή τύχη, καθώς στις αρχές της δεκαετίας του 1990 τα όργανα της τάξεως την υπέβαλαν σε ψυχιατρικές εξετάσεις. Το αποτέλεσμα ήταν αυτή μεν να εισέλθει στο ομογενειακό θεραπευτήριο ψυχικών νοσημάτων, η δε περιουσία της να περάσει, ακολουθώντας τις «προβλεπόμενες» διαδικασίες και παρά τις προσπάθειες των αδελφών της, στο τουρκικό Δημόσιο λίγα χρόνια αργότερα!

Παρ' όλες τις προσπάθειες που καταβάλλει η ισλαμική κυβέρνηση ΑΚΡ να εξωραΐσει την εικόνα της χώρας με τα «δημοκρατικά ανοίγματα» προς τις θρησκευτικές και εθνικές μειονότητες, τα ανομήματα του παρελθόντος δεν μπορούν να εξαλειφθούν εν μία νυκτί. Η τουρκική κυβέρνηση πρέπει να επικεντρωθεί κυρίως στην ενημέρωση και επιμόρφωση της λαϊκής βάσης, που εξακολουθεί να παραμένει κατά πολύ μεγάλο ποσοστό εχθρική προς καθετί που δεν είναι ομόθρησκο και όμαιμο.

Το δικαίωμα της προσφυγής στους διεθνείς θεσμούς, όπως το ΕΔΑΔ, για την αποκατάσταση των αδικιών που υπέστησαν οι μειονότητες, αποτελεί σαφώς μια λύση, ωστόσο θα έπρεπε να αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα για τις διεκδικήσεις των μειονοτήτων από το τουρκικό Δημόσιο, τη στιγμή μάλιστα που η τουρκική ηγεσία φαίνεται να επιδιώκει και πάλι την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η στάση που τηρεί η Άγκυρα προς τις μειονότητες είναι ενδεικτική της τουρκικής προπέτειας, καθώς επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά ότι δεν είναι διατεθειμένη να εναρμονιστεί με τις Βρυξέλλες, αλλά να αναγκάσει την ΕΕ να κάνει παραχωρήσεις στις εκάστοτε παρατυπίες της.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 4/10/2009

Για περισσότερα...

30/09/2009

Η προσέγγιση της Άγκυρας με τη Δαμασκό και το «δημοκρατικό άνοιγμα»


(Getty Images, 16.9.2009)

Οι υποσχέσεις του σύρου Προέδρου προς την Άγκυρα για έμπρακτη προώθηση του «δημοκρατικού ανοίγματος» προς τους Κούρδους, που εξήγγειλε η ισλαμική κυβέρνηση ΑΚΡ, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για περαιτέρω συνεργασία των δύο χωρών στο συγκεκριμένο θέμα. Παρ' όλες τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν πάντως, η εξέλιξη αυτή μαρτυρεί αλλαγές στη γενικότερη στάση της Δαμασκού.

Η επίσκεψη του Μπάσαρ αλ-Άσαντ στην Κωνσταντινούπολη, λίγες μέρες πριν από την εορτή του Ραμαζανίου, επεφύλασσε μια αναπάντεχη έκπληξη για την τουρκική ηγεσία. Κατά την αναχώρησή του από τη Δαμασκό ο σύρος Πρόεδρος, προσκεκλημένος στο δείπνο (ιφτάρ) που παρέθεσε η Τοπική Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως του ισλαμικού κόμματος ΑΚΡ μετά τη λήξη της ολοήμερης νηστείας των μουσουλμάνων, αποκάλυψε την πρόθεσή του να παρέχει αμνηστία σε όσους κούρδους αγωνιστές του ΡΚΚ, κατόχους της συριακής υπηκοότητας, που αγωνίζονται ως επί το πλείστον στο βόρειο Ιράκ, αποφασίσουν να καταθέσουν τα όπλα.

Η είδηση από τη συριακή πρωτεύουσα δημιούργησε κλίμα ευφορίας στη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της Άγκυρας, καθώς φάνηκε ότι το «δημοκρατικό άνοιγμα» που αποφάσισε το ΑΚΡ προς τους Κούρδους έχει απήχηση και στις όμορες μεσανατολικές χώρες της Τουρκίας με σημαντικό κουρδικό πληθυσμό. Ωστόσο, στον τουρκικό Τύπο δεν ήταν λίγες οι φωνές που εξέφρασαν δυσπιστία προς τα όσα ανήγγειλε ο σύρος ηγέτης. Αρκετοί ήταν, φερ' ειπείν, εκείνοι που θεώρησαν δώρο άδωρο τη χειρονομία καλής θέλησης του αλ-Άσαντ, θεωρώντας ότι, καθώς η Συρία είχε κηρύξει πριν από δεκαετίες έκπτωτους της συριακής υπηκοότητας πολλές χιλιάδες Κούρδους, πολλοί εκ των οποίων ενδέχεται να έχουν πυκνώσει τις τάξεις του ΡΚΚ, η ασυλία που τους παρέχεται δεν τους αφορά. Στην υιοθέτηση αυτής της αρνητικής στάσης συνέβαλε αποφασιστικά και η επίσημη αντίληψη της ιστορίας, που καλλιεργεί την καχυποψία ακόμη και προς τους γειτονικούς μουσουλμανικούς λαούς. Η στάση που τήρησε το γειτονικό αραβικό έθνος από τον Αʼ Παγκόσμιο Πόλεμο ως τα μέσα της δεκαετίας του '90, την εποχή που η Άγκυρα και η Δαμασκός ήρθαν στα πρόθυρα του πολέμου εξαιτίας του ΡΚΚ, αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα που τροφοδοτεί αυτήν την καχυποψία, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ενίοτε και ως μοχλός πίεσης προς τη συριακή πλευρά για περαιτέρω παραχωρήσεις και έμπρακτη απόδειξη «καλής γειτονίας».

Το παραπάνω επιβεβαιώνεται περίτρανα και από το ότι την ίδια χρονική περίοδο οι υπουργοί Εξωτερικών της Τουρκίας και της Συρίας υπέγραφαν στην Κωνσταντινούπολη συμφωνία για την ίδρυση Ανωτάτου Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας, παρόμοιου μ' εκείνο που είχε συσταθεί με το Ιράκ τον Ιούλιο του 2008. Η συμφωνία προβλέπει συνεργασία κυρίως στα θέματα της αντιμετώπισης του κουρδικού ένοπλου αγώνα και περιοδικές συναντήσεις υπουργών για τη χάραξη κοινής δράσης στα θέματα ασφάλειας. Με τον τρόπο αυτόν δρομολογείται από την Άγκυρα η σύσταση ενός ευρύτερου μηχανισμού ασφαλείας στην περιοχή μεταξύ της Τουρκίας, του Ιράκ και της Συρίας, ο οποίος θα τελεί υπό τον απόλυτο έλεγχο της πρώτης.

Η ειρωνεία του πράγματος έγκειται στο ότι ο ίδιος ο Ερντογάν δεν άργησε να προσφύγει σε αλλαγές στο περίβλημα του «δημοκρατικού ανοίγματος» προς τους Κούρδους, αποκαλώντας το «διαδικασία εθνικής ενότητας», ονομασία που από μόνη της προδίδει το πνεύμα του «συνδρόμου των Σεβρών», που καθοδηγεί σε πολύ μεγάλο βαθμό τις κινήσεις της τουρκικής ηγεσίας και που φαίνεται τελικά ότι επικράτησε στις επιλογές και του ΑΚΡ.

Για την Ελλάδα, η σύγκλιση της Δαμασκού προς τις γραμμές της Άγκυρας είναι σαφώς ένα δυσάρεστο γεγονός που έχει δρομολογηθεί το τελευταίο διάστημα. Οι άμεσες συνέπειες όχι μόνο της απομάκρυνσής μας, αλλά και της σχεδόν παντελούς αποχής μας από τη Μέση Ανατολή, έχουν αρχίσει να γίνονται κιόλας αισθητές, με τη σταδιακή διολίσθηση των αραβικών χωρών προς τις θέσεις της Άγκυρας στο Κυπριακό. Ας ελπίσουμε ότι η χρόνια αδυναμία μας σε αυτόν τον τομέα δεν θα επιβαρυνθεί επιπλέον και από τις δυσχέρειες της ιδιαίτερης αυτής περιόδου που διανύουμε.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 27/9/2009

Για περισσότερα...

22/09/2009

Εξοπλίζεται η Άγκυρα παρά το οικονομικό αδιέξοδο που έχει!


(Σκίτσο του Ερτζάν Ακιόλ, «Μιλιέτ» - 22.09.2009)

Σχεδιάζει αγορά αντιπυραυλικών συστημάτων αξίας 7,8 δισ. δολαρίων

Την αγορά των πλέον σύγχρονων αντιπυραυλικών συστημάτων σχεδιάζει η Άγκυρα για να ενισχύσει την αεράμυνά της. Ωστόσο, οι συγκυρίες είναι εξαιρετικά δυσχερείς γι' αυτήν την αγορά, ύψους 7,8 δισ. δολαρίων, καθώς όχι μόνο δρομολογείται μεσούσης της οικονομικής ύφεσης, που έπληξε και την τουρκική οικονομία, αλλά αναιρεί και την αξιοπιστία μιας σειράς «προοδευτικών» πολιτικών αλλαγών που εξήγγειλε η κυβέρνηση.

Στον απόηχο των βιβλικών καταστροφών που προκάλεσαν στο πέρασμά τους οι φονικές πλημμύρες στην Κωνσταντινούπολη και στη Θράκη, όπου η πολιτική ηγεσία αντιμετωπίζει βαριές κατηγορίες για τις διοικητικές και κυρίως για τις οικονομικές ατασθαλίες, ήρθε στο φως της δημοσιότητας ένα άλλο πολυδάπανο σχέδιο, που θα βαρύνει έτι περαιτέρω τις πλάτες των φορολογουμένων: η αγορά αντιπυραυλικών συστημάτων Patriot (PAC-3).

Η είδηση της αγοράς αντιπυραυλικών συστημάτων προκάλεσε ποικίλα σχόλια και αντιδράσεις στον τουρκικό Τύπο, όταν την περασμένη εβδομάδα η Υπηρεσία Συνεργασίας Ασφάλειας και Άμυνας (DSCA) του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ ζήτησε από την αμερικανική Γερουσία την έγκριση για την πώληση στην Τουρκία 13 συστοιχιών εκτοξευτήρων πυραύλων Patriot και 72 πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς PAC-3, έναντι του τεράστιου ποσού των 7,8 δισ. δολαρίων. Ας σημειωθεί ότι τα πυραυλικά αυτά συστήματα παράγονται στις ΗΠΑ από τις γνωστές αμερικανικές εταιρείες οπλικών συστημάτων Lockheed Martin και Raytheon, ενώ η κινητοποίηση της Ουάσινγκτον έπεται των ρωσοτουρκικών συνομιλιών για την εξαγορά ρωσικών πυραύλων νέας γενιάς S-400. Η Μόσχα και η Άγκυρα είχαν σημειώσει πρόσφατα σχετική πρόοδο, εκτός των άλλων, και στα θέματα της συμπαραγωγής και της μεταφοράς της συγκεκριμένης τεχνογνωσίας προς την Τουρκία.

Η επιχειρηματολογία στην οποία βασίστηκε η αιτιολογική έκθεση της αμερικανικής υπηρεσίας, προσπαθώντας να δικαιολογήσει μια τέτοια πώληση εκ μέρους των ΗΠΑ, υπερθεμάτισε την αμερικανοτουρκική συμμαχία αποκαλώντας την Άγκυρα «στοιχείο ειρήνης και σταθερότητας στη Μέση Ανατολή»! Σημειώνεται επίσης ότι «είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ μια ΝΑΤΟϊκή σύμμαχος χώρα να ενισχύσει την αμυντική της ικανότητα, αποτελώντας ένα αποδεκτό στρατιωτικό αντιστάθμισμα στην περιοχή». Το σχόλιο αυτό έγινε αιτία για ποικίλες αντιδράσεις στην Τουρκία, καθώς προορίζει για τη χώρα έναν ρόλο αναχώματος εναντίον του Ιράν, το οποίο ως γνωστόν, επιδιώκει διακαώς να αποκτήσει πυρηνική τεχνογνωσία. Στο θέμα που ανέκυψε αναγκάστηκε να τοποθετηθεί λακωνικά ακόμη και το τουρκικό υπουργείο Αμύνης με γραπτή ανακοίνωσή του, στην οποία σημειώνεται ότι η αμερικανική «πρόταση» έγινε στο πλαίσιο διεθνούς διαγωνισμού για την προμήθεια των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων με αντιπυραυλικά συστήματα, που χρονολογείται από το 2007. Το ανακοινωθέν σημείωνε επίσης ότι η έκδοση άδειας από το Κογκρέσο είναι βασική προϋπόθεση για τη συμμετοχή των προμηθευτών στη διαδικασία και ότι δεν είναι δεσμευτική για την αγορά εκ μέρους της Άγκυρας, καθώς η Εκτελεστική Επιτροπή της Αμυντικής Βιομηχανίας του υπουργείου είναι η μόνη αρμόδια για να αποφασίσει. Στην εν λόγω διαδικασία συμμετέχουν εκτός των δύο αμερικανικών εταιρειών που προαναφέραμε και η ρωσική Rosoboronexport και η κινεζική Cpmiec.

Η αγορά νέων εξελιγμένων οπλικών συστημάτων από την Άγκυρα έχει δύο πολύ σοβαρές διαστάσεις: Η μία είναι οικονομικής φύσεως, η άλλη πολιτικής. Το ποσόν των 7,8 δισ. δολαρίων, που διευκρινίστηκε ότι είναι η πιθανή ανώτατη τιμή, δεν παύει να είναι ένα υπέρογκο ποσόν για την τουρκική οικονομία, που δεν ήταν άμοιρη των συνεπειών της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με στοιχεία που ανακοίνωσε ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών Αλί Μπαμπατζάν κατά την παρουσίαση του μεσοπρόθεσμου σχεδίου οικονομικής ανάπτυξης, η τουρκική οικονομία αναμένεται να σημειώσει ύφεση της τάξεως του -6% του ΑΕΠ για το τρέχον έτος, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα της γείτονος εκτιμάται πλέον ότι θα φτάσει τα 62,8 δισ. τουρκικές λίρες (περίπου 30 δισ. ευρώ). Είναι, λοιπόν, οφθαλμοφανές ότι η τιμή των εξοπλισμών είναι απαγορευτική για την Τουρκία, καθώς αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι το ποσόν, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου, αντιστοιχεί στο 60% του αμυντικού προϋπολογισμού της χώρας για το έτος 2010. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι το υπέρογκο αυτό ποσόν αντιστοιχεί στο ήμισυ του ποσού που η Άγκυρα ελπίζει πως το ΔΝΤ θα της παραχωρήσει σε μορφή δανείου (15 δισ. δολάρια), εφόσον επέλθει τελικά συμφωνία μεταξύ των δύο μερών το προσεχές διάστημα. Το γεγονός αυτό, που φέρει ίσως στη θύμηση ορισμένων την περίπτωση του τεράστιου εξοπλιστικού προγράμματος που ενέκρινε η γείτων λίγο μετά την εξαγορά της Finansbank από την ΕΤΕ, εάν πραγματοποιηθεί, εγείρει θέμα διεθνούς ελέγχου της οικονομικής στήριξης που δέχεται η γειτονική χώρα, καθώς τα χαμηλότοκα δάνεια που της παραχωρούνται από διεθνείς οργανισμούς, αντί να διοχετεύονται στην αγορά για την ενίσχυση της οικονομίας, κινδυνεύουν να κατευθυνθούν προς τη χρηματοδότηση εξοπλιστικών προγραμμάτων!

Η αγορά, βέβαια, των αντιπυραυλικών συστημάτων δεν δικαιολογείται ούτε από τις φήμες περί αμερικανικών σχεδίων δημιουργίας αντιπυραυλικής ομπρέλας στη Μέση Ανατολή, αλλά ούτε και από τη γενικότερη τάση εξοπλισμού από την οποία διακατέχονται τα καθεστώτα της Μέσης Ανατολής, καθώς η ίδια η Τουρκία φροντίζει να εξοπλίζεται συνεχώς με πρόσχημα τον απελευθερωτικό αγώνα που διεξάγει το ΡΚΚ στη Νοτιοανατολική Τουρκία. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι τα μη επανδρωμένα κατασκοπευτικά αεροσκάφη που προμηθεύτηκε από το Ισραήλ, ένα εκ των οποίων κατέληξε πριν από λίγο καιρό να υπερίπταται πάνω από τη Χίο! Τέλος, οι επικριτές του σχεδίου αγοράς στην Τουρκία δεν λησμόνησαν να υπογραμμίσουν, αφενός, την οξύμωρη εικόνα που σχηματίζει η είδηση για τα εξοπλιστικά προγράμματα εν μέσω εξαγγελιών της ισλαμικής κυβέρνησης για «δημοκρατικά ανοίγματα» τόσο προς τις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες όσο και προς τις γείτονες χώρες (Αρμενία, Ιράν, Συρία), και, αφετέρου, την ανάγκη επίλυσης χρόνιων ζητημάτων, όπως το Κυπριακό.

Το εξοπλιστικό σχέδιο έρχεται να επιβεβαιώσει, από τη μια, τις πραγματικές προθέσεις της Άγκυρας για την περιοχή, που βρίσκονται κρυμμένες πίσω από την πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων» με τις γειτονικές χώρες, δόγμα που επιμελώς προωθεί ο υπουργός-ακαδημαϊκός Α. Νταβούτογλου, και, από την άλλη, την ανίσχυρη θέση της ισλαμικής κυβέρνησης ΑΚΡ ενώπιον των στρατιωτικών, που αδυνατεί να ορίσει επαρκώς ακόμη και την τύχη της τουρκικής οικονομίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, με τον διακοινοτικό διάλογο στην Κύπρο να έχει πλήρως υπονομευθεί και με την τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο να έχει εκτοξευτεί στα ύψη, η Αθήνα δεν έχει άλλη πλέον επιλογή από το να υιοθετήσει ως αντιστάθμισμα μια εξίσου επικριτική στάση έναντι της Άγκυρας εν όψει της αξιολόγησής της στις Βρυξέλλες.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 20/09/2009

Για περισσότερα...

15/09/2009

Η τουρκική παρουσία στη Μέση Ανατολή και ο προβληματισμός του Ισραήλ


(«Ο Ταλαντούχος κ. Νταβούτογλου»
Σκίτσο του Πίτερ Σράνκ – «Εκόνομιστ», 23/07/2009)


Ενώ ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου πραγματοποιεί ακόμη μια περιοδεία στη Μέση Ανατολή, σε νέα περίοδο ψυχρότητας εισέρχονται οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις. Η δραστηριότητα της Άγκυρας στην περιοχή, αλλά και ο φόβος της πολιτικής εκμετάλλευσης της θλιβερής κατάστασης που επικρατεί στην Παλαιστίνη, ώθησε το Τελ Αβίβ να υιοθετήσει αρνητική στάση στο ενδεχόμενο συνάντησης του τούρκου υπουργού με ηγέτες της Χαμάς κατά την προσεχή επίσκεψή του στο Ισραήλ.

Πριν προλάβει να περάσει κιόλας μία εβδομάδα, ο Αχμέτ Νταβούτογλου βρίσκεται και πάλι στη Μέση Ανατολή για συνομιλίες με ηγέτες της περιοχής. Προορισμός του ήταν –για μια ακόμη φορά– το Κάιρο, όπου συμμετείχε προσκεκλημένος στην έκτακτη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των χωρών μελών του Αραβικού Συνδέσμου.

Η συνάντηση ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον τούρκο υπουργό Εξωτερικών να τονίσει το καλό επίπεδο των τουρκοαραβικών σχέσεων και να αναπτύξει τις απόψεις της Άγκυρας για την ειρήνη και την ασφάλεια στην πολύπαθη περιοχή. Ο Νταβούτογλου δήλωσε ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ενδιαφέρουν άμεσα την Τουρκία και οποιαδήποτε επίδραση αυτών των εξελίξεων στη χώρα του αναγκάζει την Άγκυρα να επικεντρωθεί στην επίλυση των περιφερειακών ζητημάτων, καθιστώντας τα πρωταρχικούς στόχους της περιφερειακής της πολιτικής. Ο τούρκος υπουργός σημείωσε ακόμη ότι η Άγκυρα επιθυμεί να κυριαρχήσουν στη Μέση Ανατολή η ευημερία και η συνεννόηση και ότι έχει θέσει τους μηχανισμούς και τις πολιτικές που διαθέτει η χώρα του στην υπηρεσία αυτού του σκοπού. Δεν λησμόνησε ακόμη, παρά την εμφανή αναλογία μεταξύ του ρόλου που παίζει η χώρα του στην Κύπρο με εκείνη του Ισραήλ στα παλαιστινιακά εδάφη, να καταδικάσει το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει το Παλαιστινιακό και να τονίσει την ανάγκη εξεύρεσης βιώσιμης λύσης, η οποία θα επιτρέψει την ίδρυση του Παλαιστινιακού Κράτους!

Η επίσκεψη Νταβούτογλου στο Κάιρο του επέτρεψε να συμμετάσχει, παρουσία και του γενικού γραμματέα του Αραβικού Συνδέσμου Αμρ-Μουσά, στις συνομιλίες μεταξύ του ιρακινού και σύρου ομολόγων του, οι σχέσεις των οποίων έχουν εισέλθει σε δύσκολη περίοδο. Το Ιράκ θεωρεί υπεύθυνη τη Δαμασκό για τα πρόσφατα αιματηρά επεισόδια στη Βαγδάτη, που κόστισαν τη ζωή σε δεκάδες Ιρακινούς, και ισχυρίζεται ότι την επίθεση την οργάνωσαν τρομοκράτες που διείσδυσαν στη χώρα από τη Συρία. Αυτές οι διπλωματικές κινήσεις της Άγκυρας, αλλά και άλλες, όπως η πρωτοβουλία του Νταβούτογλου να βρεθεί λύση στη θεσμική κρίση στην οποία έχει περιέλθει ένα άλλο αραβικό κράτος της περιοχής, ο Λίβανος, αλλά κυρίως ο δίαυλος επικοινωνίας που διατηρεί και αναπτύσσει με τη Χαμάς στη Γάζα, φαίνεται ότι έχουν ενοχλήσει το Τελ Αβίβ, που δεν έχει λόγους να βλέπει με καλό μάτι τον τουρκικό ρόλο στην ανασύνταξη του αραβικού κόσμου.

Από την παραμονή κιόλας της έκτακτης συνάντησης του Αραβικού Συνδέσμου, τα ισραηλινά φύλλα είχαν δημοσιεύσει την πρόθεση του Τελ Αβίβ να μην επιτρέψει τον τούρκο υπουργό, ο οποίος είναι προσκεκλημένος στο ετήσιο συνέδριο με τίτλο «Αντιμετωπίζοντας το Μέλλον», που διοργανώνεται υπό την αιγίδα του ισραηλινού Προέδρου στα Ιεροσόλυμα στα μέσα του Οκτώβρη, να εισέλθει στη λωρίδα της Γάζας και να συναντηθεί με αξιωματούχους της Χαμάς. Ο ισραηλινός Τύπος σημείωσε ακόμη ότι το Τελ Αβίβ δεν ήταν διατεθειμένο να επιτρέψει κάτι τέτοιο «για να μη θεωρηθεί ότι το Ισραήλ νομιμοποιεί τέτοιου είδους συναντήσεις», καθώς και ότι υπάρχουν «κι άλλα σημεία από τα οποία κανείς μπορεί να εισέλθει στη λωρίδα της Γάζας», υπονοώντας προφανώς την Αίγυπτο, όπου κατέφθανε και ο τούρκος υπουργός.

Οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις φαίνεται να συνεχίζουν να κινούνται σε τροχιά «ρήξης», παρά τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης της έντασης που καταβλήθηκαν από την αρχή του έτους. Η αψιμαχία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, του οποίου σύμβουλος ήταν ο Α. Νταβούτογλου, με τον ισραηλινό Πρόεδρο Σιμόν Πέρεζ στο Νταβός, δεν φαίνεται να μπορεί να ξεθωριάσει εύκολα από τη μνήμη των ισραηλινών αξιωματούχων όσο η τουρκική ηγεσία ακολουθεί μια πολιτική που στηρίζει ανοιχτά τις αραβικές θέσεις. Άλλωστε, δεν ήταν ο Νταβούτογλου, που φιλοξενώντας πρόσφατα τον ιορδανό ομόλογό του Νασέρ Ιουντέχ, στον οποίο θα ανταποδώσει μάλιστα την επίσημη επίσκεψη μετά το Κάιρο, καλούσε το Ισραήλ να ενεργεί πιο υπεύθυνα, κυρίως στο θέμα των εποίκων, αλλά και στο θέμα του καθεστώτος της ανατολικής Ιερουσαλήμ, και δήλωνε ότι ήρθε ο καιρός να αποδείξει το Τελ Αβίβ έμπρακτα ότι νοιάζεται για την ειρήνη στην περιοχή;

Είναι γνωστό ότι πολλοί παράγοντες, κυρίως στρατιωτικοί, είναι εκείνοι που καθορίζουν τη συνέχεια του στρατηγικού άξονα Τουρκίας - Ισραήλ και κανείς δεν μπορεί να μιλά με βεβαιότητα για ραγδαίες εξελίξεις. Από την άλλη, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η πολιτική βούληση της τουρκικής ηγεσίας, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική θέση που κατέχει η χώρα, επιτρέπει στην Άγκυρα να διαδραματίσει έναν δυναμικό ρόλο στη Μέση Ανατολή ενισχύοντας ποικιλοτρόπως το εθνικό συμφέρον της. Κάτι παρόμοιο στην περίπτωσή μας και υπό τις παρούσες συνθήκες φαντάζει μάλλον εξωπραγματικό. Ο Αραβικός Σύνδεσμος, ο αντιπροσωπευτικός θεσμός των αραβικών κρατών, στον οποίο θέση παρατηρητή απέκτησαν πρόσφατα ακόμη και η μακρινή Βενεζουέλα και η Ινδία, που δεν μπορούν να έχουν περισσότερους λόγους από εμάς για να έχουν καλές σχέσεις με τους γειτονικούς αραβικούς λαούς, θα μπορούσε να αποτελέσει –αντί της εναλλακτικής λύσης που είναι η Ισλαμική Διάσκεψη, όπου η Άγκυρα κατέχει ήδη τις κρίσιμες θέσεις– ένα καλό ξεκίνημα, παρ' όλες τις εγγενείς του αδυναμίες, τόσο για τη σύσφιγξη και ανάπτυξη των σχέσεών μας με τον αραβικό κόσμο, όσο και για την ανάληψη μιας πρωτοβουλίας εκ μέρους μας για την προώθηση των σχέσεων μεταξύ της ΕΕ και του αραβικού κόσμου, γεγονός που θα αναδείκνυε αδιαμφισβήτητα και τον ευρωπαϊκό ρόλο της Κύπρου.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 13/09/2009


Για περισσότερα...