7/7/09

Η αντεπίθεση του Ερντογάν: «Παραπέμπει» στη Δικαιοσύνη τους στρατηγούς


«Γενικό Επιτελείο - Δικαιοσύνη» (Σκίτσο του Ερτζάν Ακγιόλ, «Μιλιέτ» 07/07/2009)

Τον ρόλο του «μεσολαβητή» ανέλαβε ο Πρόεδρος Γκιουλ

Οι σχέσεις ισλαμιστών και στρατιωτικών στην Τουρκία σημείωσαν νέα επιδείνωση μετά την υπερψήφιση νόμου που ανοίγει τον δρόμο στην παραπομπή των στρατιωτικών στη Δικαιοσύνη για πολιτικού χαρακτήρα αδικήματα. Την εκρηκτική κατάσταση ανέλαβε να διαχειριστεί ο Πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιουλ.

Φωτιές άναψε η ψήφιση νόμου στην τουρκική Εθνοσυνέλευση, την εβδομάδα που πέρασε, σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται στο εξής η παραπομπή των ανώτατων αξιωματικών στη Δικαιοσύνη για αδικήματα που σχετίζονται με την κρατική οργάνωση και λειτουργία, κάτι που ως αυτήν τη στιγμή ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα των στρατοδικείων. Το νομοσχέδιο, όμως, αν και υπερψηφίστηκε, ενδέχεται να απορριφθεί από τον Πρόεδρο Αμπντουλάχ Γκιουλ, ο οποίος, σε διάστημα 15 ημερών, πρέπει να αποφασίσει αν θα ασκήσει το δικαίωμα της αρνησικυρίας που του παρέχει η τουρκική νομοθεσία. Στην περίπτωση που κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος, το νομοσχέδιο θα επιστρέψει στην Εθνοσυνέλευση για να γίνουν οι απαραίτητες τροποποιήσεις.

Η νέα ρύθμιση που επιχείρησε να περάσει η κυβέρνηση του ΑΚΡ προκάλεσε αναστάτωση στις τάξεις του στρατεύματος, καθώς οι στρατηγοί τη θεώρησαν μέρος της σύγκρουσης μεταξύ ισλαμιστών και Κεμαλιστών που ολοένα οξύνεται το τελευταίο διάστημα. Η χρονική στιγμή που η ισλαμική κυβέρνηση επιχείρησε να περιορίσει τις αρμοδιότητες των στρατοδικείων έρχεται αμέσως μετά τη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε ο στρατηγός Ιλκέρ Μπασμπούγ πριν από λίγες ημέρες. Να υπενθυμίσουμε ότι, σύμφωνα με το έγγραφο που είχε αποκαλυφθεί από την ημερήσια εφημερίδα «Ταράφ», μέρος των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων σχεδίαζε να αναλάβει δράση εναντίον της ισλαμικής κυβέρνησης και του κινήματος Γκιουλέν. Το γεγονός αυτό έφερε τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις και πάλι στο προσκήνιο, εμπλέκοντάς τες μάλιστα εκ νέου στην υπόθεση Εργκενεκόν. Ο τούρκος επιτελάρχης, λοιπόν, ανεβάζοντας τον τόνο της αντιπαράθεσης, είχε απευθύνει σκληρή προειδοποίηση σε όσους «επιβουλεύονται» τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Η ψήφιση του νομοσχεδίου έγινε αφορμή για μια σειρά συζητήσεων μεταξύ ισλαμιστών και στρατιωτικών. Στην αρχή της εβδομάδος, ο στρατηγός Μπασμπούγ ζήτησε να έχει έκτακτη συνάντηση με τον ισλαμιστή πρωθυπουργό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και οι δύο άνδρες συζήτησαν για πάνω από μια ώρα. Την επομένη ήταν προγραμματισμένη η τακτική μηνιαία συνεδρίαση του περίφημου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας. Σε μια πολύωρη συνεδρίαση που διήρκησε 7½ ώρες –δεύτερη πιο μεγάλη σε διάρκεια ύστερα από εκείνη της 28ης Φεβρουαρίου 1997 με πρωταγωνιστές τους Νετζμετίν Ερμπακάν και Ισμαήλ Χακί Καράνταγι– ισλαμιστές και στρατιωτικοί καταπιάστηκαν, πέραν των άλλων ζητημάτων, και με το θέμα των στρατοδικείων. Η διάρκεια και μόνο της συνεδρίασης ομολογεί ότι έγιναν μακρές και επίπονες συζητήσεις. Φημολογείται ακόμη ότι, καθώς τα δύο μέρη αδυνατούσαν να συμφωνήσουν στο κοινό ανακοινωθέν, ο ισλαμιστής Πρόεδρος ανέλαβε τη διατύπωση του σημείου που αφορά την «επίθεση» που δέχτηκε το στράτευμα από τον Τύπο. Μπασμπούγ και Ερντογάν είχαν μάλιστα και τρίτη συνάντηση μετά το πέρας της συνεδρίασης του Συμβουλίου. Σε αυτήν την τελευταία κατʼ ιδίαν συνάντηση, που έλαβε μέρος στο Προεδρικό Μέγαρο, συμμετείχε τελικά και ο ισλαμιστής Πρόεδρος Γκιουλ, ο οποίος, σύμφωνα με μερίδα του τουρκικού Τύπου, με την ευχέρεια που του παρέχει ο θεσμικός του ρόλος επιχείρησε να αναλάβει τη «διαμεσολάβηση» μεταξύ στρατού και κυβέρνησης. Ζήτησε, λοιπόν, από τα ενδιαφερόμενα μέρη να συγκροτήσουν ερευνητικές επιτροπές στις οποίες θα συμμετάσχουν εκπρόσωποι των υπουργείων Δικαιοσύνης, Αμύνης, του Γενικού Επιτελείου κ.λπ., με στόχο τη γεφύρωση του χάσματος και την έγκαιρη διευθέτηση του ζητήματος.

Το ζήτημα έχει σοβαρές πολιτικές διαστάσεις. Η διάσταση εσωτερικής πολιτικής είναι εκείνη που προέχει για το στράτευμα, καθώς ο νέος νόμος, εάν τελικά υπογραφεί από τον Πρόεδρο, είναι ανατρεπτικός: Θα επιτρέψει τη δίωξη των στρατηγών που ηγήθηκαν πραξικοπημάτων και επεμβάσεων. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι του Κενάν Εβρέν, του αρχιπραξικοπηματία του 1980, ο οποίος είναι ακόμη εν ζωή και συνεπώς κινδυνεύει να λογοδοτήσει για τα εγκλήματα που διεπράχθησαν επί του καθεστώτος του. Ο Εβρέν αποτελεί το σύμβολο του στρατιωτικού κατεστημένου, που οδήγησε τη Δημοκρατία σε οδυνηρές περιπέτειες, αλλά και τον στόχο των αντιφρονούντων – μιας ισχνής ως ανύπαρκτης πλέον μειοψηφίας πολιτών με δημοκρατικές και «αριστερές» πεποιθήσεις.

Η άλλη διάσταση έχει να κάνει με την «ευρωπαϊκή πορεία» της Τουρκίας. Ο περιορισμός της δικαιοδοσίας των τουρκικών στρατοδικείων είναι επιβεβλημένος και έχει ήδη καθυστερήσει αρκετά. Ωστόσο, αναρωτιέται κανείς για το βάθος και την αποτελεσματικότητα των μεταρρυθμίσεων αυτών, αφού ο εναρμονισμός με την ευρωπαϊκή νομοθεσία στη γείτονα χώρα λειτουργεί περισσότερο ως πρόφαση για τη δίωξη του αντίπαλου δέους παρά ως κίνητρο εκδημοκρατισμού.

Η αντιπαράθεση, όπως όλα δείχνουν, θα κρατήσει αρκετά. Κι αυτό γιατί η σύγκρουση με τους σκληρούς Κεμαλιστές ευνοεί τους ισλαμιστές του ΑΚΡ. Από τη μια αποπροσανατολίζεται η κοινή γνώμη και αποσιωπάται η δυσαρέσκεια για τη σφοδρή οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα και, από την άλλη, οι ισλαμιστές βρίσκουν την ευκαιρία να προωθήσουν τα συμφέροντα της παράταξής τους.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 5/7/2009


Για περισσότερα...

29/6/09

Αμερικανικοί κολοσσοί οπλικών συστημάτων και ενέργειας παρέχουν στήριξη στην Άγκυρα


Η αρνητική εικόνα της Τουρκίας στο διεθνές στερέωμα έχει ωθήσει την Άγκυρα, εδώ και μερικές δεκαετίες, να εντείνει τις πολιτικές δραστηριότητές της στην πρωτεύουσα της παγκόσμιας υπερδύναμης, με απώτερο στόχο την απόκτηση σημαντικών ερεισμάτων. Οι τουρκικές προσπάθειες φαίνεται να αποδίδουν καρπούς, εάν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι η Τουρκία χαίρει της υποστήριξης ισχυρών αμερικανικών εταιρειών σε ολοένα και πιο σημαντικά ζητήματα.

Πρόσφατα δημοσιεύματα διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων αποκάλυψαν ότι αμερικανικοί κολοσσοί ανέπτυξαν δραστηριότητες λόμπι υπέρ των τουρκικών θέσεων. Η είδηση, που κατά πάσα πιθανότητα δεν προκαλεί καμία εντύπωση στον αναγνώστη που είναι εξοικειωμένος με τα θέματα άμυνας και διπλωματίας, αξίζει να καταγραφεί και να μη διαφύγει της προσοχής του ευρέος αναγνωστικού κοινού, καθώς η ταυτότητα των εταιρειών και η βαρύτητα των θεμάτων με τα οποία σχετίζεται η δραστηριότητά τους είναι εξαιρετικά σοβαρές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας, έξι αμερικανικές εταιρείες κολοσσοί παρείχαν σημαντική πολιτική στήριξη στην Άγκυρα το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Το ποσό που ξόδεψαν οι εταιρείες αυτές για την άσκηση πίεσης στα αμερικανικά κέντρα εξουσίας για την προώθηση των θέσεών τους συνολικά ανέρχεται, βάσει των δημοσιευμάτων, στα 14 εκατ. δολάρια (Associated Press, 13/6/2009). Ωστόσο, το ακριβές ποσό που δαπανήθηκε ειδικά για την υποστήριξη του τουρκικού λόμπι δεν έγινε γνωστό.

Η ιδιαιτερότητα των εταιρειών αυτών είναι ότι δραστηριοποιούνται στους τομείς των οπλικών συστημάτων και της ενέργειας διεθνώς. Το γεγονός αυτό και μόνο ίσως είναι αρκετό για να κινήσει τις υποψίες του αναγνώστη για τη σοβαρότητα του ζητήματος. Η αποκάλυψη των επωνυμιών των βιομηχανικών κολοσσών, όμως, δίνει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα του πράγματος. Οι έξι εταιρείες, λοιπόν, είναι οι εξής: α) BAE Systems Inc., β) Goodrich Corp., γ) Northrop Grumman Corp., δ) Raytheon Corp., ε) United Technologies Corp. και στ) Chevron.

Στα θέματα όπου εξασκήθηκε πίεση εκ μέρους των εταιρειών συγκαταλέγονται γενικότερα τα ζητήματα που άπτονται των δαπανών του Πενταγώνου, της κλιματικής αλλαγής, της φορολογίας κ.λπ. Στο θέμα, όμως, της υποστήριξης του τουρκικού λόμπι το σκηνικό είναι διαφορετικό. Οι εταιρείες περιέπεσαν, όπως προκύπτει από τα δημοσιεύματα, στο σοβαρό ολίσθημα της φανερής άσκησης πίεσης υπέρ της προώθησης των τουρκικών εθνικών ζητημάτων και ειδικότερα της τουρκικής ιστορικής θεώρησης, όπως φερ' ειπείν, στο ζήτημα της Αρμενικής Γενοκτονίας!

Οι σχέσεις της Τουρκίας με την αμερικανική οπλική βιομηχανία, βέβαια, δεν είναι καινούργιες. Η Άγκυρα επιδίωξε να αποκτήσει στενές επαφές με τον συγκεκριμένο κλάδο της αμερικανικής οικονομίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τότε ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα λόμπι ικανό να εξουδετερώσει τα υπόλοιπα εθνικά λόμπι (το ελληνικό, το αρμενικό και το εβραϊκό), ούτως ώστε η χώρα να εξέλθει από τη δεινή διεθνή θέση που της είχε επιβληθεί μετά την εισβολή στην Κύπρο το 1974. Απ' ό,τι φαίνεται όμως και από το 28ο ετήσιο Συνέδριο Αμερικανοτουρκικών Σχέσεων, που διοργάνωσαν τα τουρκικά σωματεία και κέντρα μελετών στην Ουάσινγκτον στις αρχές του μήνα, η Άγκυρα τελικά έχει αναπτύξει υπέρ το δέον τις σχέσεις της αυτές. Εξάλλου, αρκεί κανείς να ενδιαφερθεί να μάθει την ταυτότητα των χορηγών του συνεδρίου, αν όχι και των μελών του Αμερικανοτουρκικού Συμβουλίου, υπεύθυνου για τη διοργάνωση του συνεδρίου. Θα διαπιστώσει, λοιπόν, ότι τα ονόματα της πλειοψηφίας των εν λόγω έξι εταιρειών -αλλά και άλλων σημαντικότερων- φαντάζουν σε περίοπτη θέση. Ας σημειωθεί ακόμη ότι όλες αυτές οι εταιρείες οπλικών συστημάτων που έτειναν «χείρα βοηθείας» στην Άγκυρα είτε προσδοκούν μερίδιο από το εξοπλιστικό πρόγραμμα δισεκατομμυρίων δολαρίων των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων είτε τους έχει ήδη ανατεθεί πρόσφατα η υλοποίηση ενός απ' αυτά…

Το γεγονός ότι αμερικανικές εταιρείες όπλων και ενέργειας έχουν ταχθεί φανερά υπέρ των τουρκικών θέσεων και έχουν αναλωθεί σε δραστηριότητες λόμπι δίχως να τηρούν τα προσχήματα, είναι εξαιρετικά ανησυχητικό. Δίνει, όμως, το στίγμα της κατάστασης που επικρατεί στα κέντρα αποφάσεων στις υπερατλαντικές συμπολιτείες εν όψει των επερχόμενων κρίσιμων αναμετρήσεων στα εθνικά μας θέματα, όπως το Κυπριακό, το Αιγαίο και η Θράκη.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 28/6/2009

Για περισσότερα...

23/6/09

Ένταση στις σχέσεις ισλαμικής κυβέρνησης ΑΚΡ και Στρατού


«Το σχέδιο εξόντωσης του ΑΚΡ… Ερντογάν: Ζήτω, σώθηκα!» (Σκίτσο του Σεφέρ Σελβί – «Εβρενσέλ» 18/6/2009)

Οι σχέσεις Ισλαμιστών και Κεμαλιστών έχουν μπει και πάλι σε τροχιά έντονης αντιπαράθεσης στη γείτονα χώρα. Οι νέες αποκαλύψεις στον Τύπο περί της πρόθεσης των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων να περιορίσουν την επιρροή των Ισλαμιστών επανέφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα των σχέσεων του στρατεύματος με τον πολιτικό κόσμο στην Τουρκία.

Αφορμή της νέας έντασης υπήρξε το δημοσίευμα της φιλελεύθερης ημερήσιας «Ταράφ», που έφερε στο φως της ημέρας έγγραφο βάσει του οποίου ο στρατός φέρεται να είχε καταστρώσει σχέδιο δράσης κατά του κυβερνώντος ισλαμικού κόμματος ΑΚΡ και του πανίσχυρου ισλαμικού κινήματος του Φετχουλάχ Γκιουλέν, με τη δράση και τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς του οποίου ασχοληθήκαμε πρόσφατα. Τι περιείχε, όμως, το εν λόγω έγγραφο; Και ποια είναι η ιδιαιτερότητα που το χαρακτηρίζει;

Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, το στράτευμα σχεδίαζε καίρια πλήγματα στην αξιοπιστία και τη δημοτικότητα των Ισλαμιστών στην ευρύτερη λαϊκή βάση, με σκοπό να περιοριστεί η ολοένα αυξανόμενη επιρροή τους στην πολιτική, οικονομική και πολιτισμική ζωή του τόπου. Καθώς, όμως, αμφισβητείται η αυθεντικότητα του εγγράφου από τους άμεσα ενδιαφερόμενους θεσμούς, τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, και μέρος του Κεμαλικού Τύπου, η Δικαιοσύνη ανέλαβε τη διαλεύκανση της υπόθεσης διενεργώντας τις απαραίτητες έρευνες.

Δεν είναι η πρώτη φορά που τέτοιου είδους σχέδια έρχονται στο φως της δημοσιότητας. Το ζήτημα που ανακύπτει, όμως, από τη δημοσίευση αυτού του συγκεκριμένου εγγράφου, πέρα από το αν είναι ή δεν είναι αυθεντικό, είναι άλλο. Είναι προφανές ότι η κρίση μεταξύ Ισλαμιστών και Κεμαλιστών βαθαίνει και ότι υπάρχουν κέντρα εξουσίας που, απ' ό,τι φαίνεται, καλλιεργούν κλίμα αντιπαράθεσης με έντονη διάθεση παραπλάνησης της κοινής γνώμης. Εξάλλου, ας μη λησμονούμε ότι η αποκάλυψη της «Ταράφ» ήρθε μόλις λίγες ημέρες μετά τις έντονες πιέσεις που ασκήθηκαν από πλευράς του τουρκικού Τύπου για να αποκαλυφθούν όσα είχαν ειπωθεί μεταξύ του πρωθυπουργού Ερντογάν και του στρατηγού Μπουγιουκανίτ, πριν από δύο περίπου χρόνια, στην πολύωρη συνάντηση που έλαβε χώρα στο παλάτι του Ντολμάμπαχτσε. Σε αυτήν τη συμφωνία-ορόσημο φημολογείται ότι τα δύο μέρη είχαν έλθει σε συμφωνία για ένα modus vivendi.

Η δημοσίευση του εν λόγω εγγράφου, όμως, παραπέμπει εκ των πραγμάτων και στο πανίσχυρο παρακράτος, που φαίνεται ότι καλά κρατεί. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου, το συγκεκριμένο έγγραφο, αντίγραφο του οποίου προμηθεύτηκε και δημοσίευσε ο Μεχμέτ Μπαράνσου της «Ταράφ», είχε βρεθεί μαζί με άλλα στο γραφείο ενός κατηγορουμένου της Εργκένεκον. Το γεγονός αυτό δίνει σαφώς διαφορετικές διαστάσεις στην υπόθεση, καθώς ανατροφοδοτεί τη συζήτηση περί παρακρατικών ομάδων που δρουν στις τάξεις του στρατεύματος. Από την οπτική αυτή των πραγμάτων, υποστηρίζεται, και πιθανότατα έχει κάποια βάση αλήθειας, ότι υπάρχουν ομάδες συνωμοτών στο στράτευμα που σχεδιάζουν να καταστρατηγήσουν το σύνταγμα και τους νόμους και να παρέμβουν στο πολιτικό σύστημα με προφανή στόχο τον εξοβελισμό των Ισλαμιστών από την εξουσία.

Η δημοσιοποίηση του εγγράφου πάντως φέρνει στη θύμησή μας σχετικά πρόσφατες αποκαλύψεις περί επίδοξων πραξικοπηματιών που μηχανεύονταν παρόμοιες παρεμβάσεις, όπως εκείνη της περίπτωσης των ημερολογίων του ναυάρχου Οζντέν Ορνέκ που είχαν δημοσιευτεί στο περιοδικό «Νοκτά» κ.ά. Κοινό σημείο όλων αυτών των αποκαλύψεων, βέβαια, είναι ότι η υπόθεση προβλέπει μονίμως μια ομάδα είτε αξιωματικών είτε παρακρατικών που συνιστούν απειλή για τη Δημοκρατία. Στην ουσία, όμως, πέραν οποιασδήποτε αδιάσειστης αλήθειας που μπορεί να κρύβεται πίσω από τις αποκαλύψεις αυτές, η κοινή γνώμη γίνεται δέκτης αντιφατικών μηνυμάτων. Από τη μια το «βαθύ κράτος» εμφανίζεται να επιδιώκει να καταλύσει τους «δημοκρατικούς θεσμούς» και από την άλλη το ισλαμικό κυβερνών κόμμα ΑΚΡ υποδύεται τον ρόλο του «υπερασπιστή» της Δημοκρατίας. Όσο αληθής κι αν είναι η εικόνα που περιγράφεται για τους στρατιωτικούς, τόσο παραπλανητική είναι εκείνη των Ισλαμιστών. Και τούτο γιατί, ως γνωστόν, οι Ισλαμιστές προωθούν τους δημοκρατικούς θεσμούς με στόχο, πρωτίστως, να υπερασπιστούν τα δικά τους συμφέροντα! Και κατά δεύτερο λόγο, για να περιορίσουν την επιρροή των Κεμαλιστών.

Όπως και να έχει το πράγμα, η αποκάλυψη «συνέπεσε» με τις συζητήσεις περί σύνταξης ενός νέου δημοκρατικού Συντάγματος, κίνηση την οποία υποστηρίζουν και κοινωνικοί φορείς και σημαντικό μέρος της διανόησης, περί επαναπροσδιορισμού της έννοιας του πολίτη και επανεξέταση της θέσης των μειονοτήτων στην τουρκική Πολιτεία. Θα χρειαστεί κάποιο διάστημα έως ότου επανέλθει η συζήτηση αυτή στο προσκήνιο. Το πιθανότερο είναι ότι ως τότε η επικαιρότητα θα μονοπωληθεί από τη φιλολογία περί των πραξικοπημάτων και της δράσης του παρακράτους, ενώ δεν θα πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο και μιας πιθανής αποφόρτισης της έντασης διά της προώθησης εθνικών πολιτικών, είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό.

K. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 21/06/2009

Για περισσότερα...

15/6/09

Τα νέα ανατολίτικα παζάρια της Άγκυρας


(Σκίτσο του Τουρχάν Σελτσούκ, "Τζουμχουριέτ" 10/11/2008)

Προτείνει την επαναλειτουργία της Χάλκης με αντάλλαγμα την Κύπρο

Η Άγκυρα φαίνεται να έχει συνειδητοποιήσει ότι τα χρονικά περιθώρια για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απορρέουν από το Πρωτόκολλο της Άγκυρας (2005) έχουν αρχίσει και στενεύουν. Για αυτόν το λόγο, η τουρκική κυβέρνηση έχει εντείνει τις προσπάθειές της να δημιουργήσει θετικό κλίμα στις Βρυξέλλες, που θα της εξασφάλιζε, ενδεχομένως, νέα παράταση στο θέμα της αναγνώρισης της Κύπρου.

Η πολιτική πραγματικότητα στην Ευρώπη, με τα σημερινά δεδομένα και παρά τη δηλωμένη αμερικανική στήριξη, μάλλον δεν ευνοεί την Τουρκία. Αυτό φάνηκε και από την άνετη επικράτηση στις ευρωεκλογές του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, που τηρεί μια ως επί το πλείστον αρνητική στάση έναντι της Τουρκίας. Η κατάσταση αυτή, που διαμορφώθηκε μετά την πρόταση του γαλλογερμανικού άξονα για σχέση «ειδικής σύνδεσης» με την Άγκυρα, έχει φέρει σε αμηχανία την τουρκική ηγεσία. Σε αυτά πρέπει να υπολογίσει κανείς και το ενδεχόμενο έκδοσης αρνητικής έκθεσης προόδου από την Επιτροπή το προσεχές φθινόπωρο, η οποία θα αποτρέψει το άνοιγμα νέων σημαντικών κεφαλαίων στις διαπραγματεύσεις. Η πλήρης ανατροπή των συσχετισμών, λοιπόν, που ευνοούσαν την Τουρκία στις ενταξιακές συζητήσεις, αναγκάζει την Άγκυρα αφενός να βρει ερείσματα στην ευρωπαϊκή πρωτεύουσα και αφετέρου να εξετάσει το ενδεχόμενο των «υποχωρήσεων».

Τον προσεχή Δεκέμβριο, λοιπόν, λήγει η προθεσμία που έχει ορίσει η Ε.Ε. στην Τουρκία για να αναγνωρίσει επισήμως την Κυπριακή Δημοκρατία και να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της στα κυπριακά πλοία και αεροσκάφη. Καθώς, όμως, κάτι τέτοιο δεν είναι, απ' ό,τι φαίνεται, στις προθέσεις της Άγκυρας, παρά τις διαβεβαιώσεις που παρείχε η ισλαμική ηγεσία την ώρα της υπογραφής, το κυβερνών ΑΚΡ έχει αρχίσει ήδη να μελετά τρόπους διαφυγής από το διαφαινόμενο αδιέξοδο.

Σε άρθρο του Ερντάλ Σαφάκ, που δημοσιεύθηκε στην ημερήσια «Σαμπάχ» στις 10/06/2009, ήρθαν στο φως της δημοσιότητας πρωτάκουστες ζυμώσεις. Ο Σαφάκ αναφέρει ότι η Άγκυρα και οι Βρυξέλλες εξετάζουν το ενδεχόμενο κάποιων περιορισμένων παραχωρήσεων που θα αποτρέψουν το ενδεχόμενο κυρώσεων έναντι της Άγκυρας. Ο αρθρογράφος συγκεκριμένα μεταφέρει τις εντυπώσεις που αποκόμισε από τη συνάντηση μιας ομάδας τούρκων δημοσιογράφων με τον ευρωπαίο επίτροπο Όλι Ρεν την επομένη των ευρωπαϊκών εκλογών. Σημειώνει την καθησυχαστική στάση του επιτρόπου, ο οποίος προτρέπει μάλιστα την τουρκική ηγεσία σε νέες μεταρρυθμίσεις στους τομείς της θρησκευτικής ελευθερίας, της ελευθερίας της έκφρασης, της ελευθεροτυπίας κ.λπ., καθώς και στη δρομολόγηση ενός δημοκρατικότερου συντάγματος, ενός νέου νόμου περί λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων κ.ο.κ. Καθώς η συζήτηση προχωρεί, νεώτερος συνεργάτης του επιτρόπου φέρεται να δίνει διευκρινήσεις και απαντήσεις στις ερωτήσεις περί του Κυπριακού. Υπό τον όρο της ανωνυμίας, ο ευρωπαίος αξιωματούχος αποκάλυψε στους συνομιλητές του ότι ως προώθηση των θρησκευτικών ελευθεριών οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται, φερ' ειπείν, την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και την αναγνώριση της Οικουμενικότητας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Για δε το Κυπριακό ο αξιωματούχος φέρεται να έχει δηλώσει ότι τα όποια προβλήματα που μπορούν να δημιουργηθούν από την άρνηση της Άγκυρας να συμμορφωθεί στο Πρωτόκολλο -βάσει του οποίου έχουν μπλοκαριστεί οκτώ κεφάλαια- θα μπορούσαν να ξεπεραστούν αποτελεσματικά με κάποια σημαντική «πρόοδο-παραχώρηση» της κυβέρνησης σε ορισμένους τομείς.

Ο αρθρογράφος σημειώνει ότι οι παραπάνω θέσεις τού ήταν γνωστές και ότι τα ίδια ακριβώς τους είχε αναφέρει ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πρέσβης Βολκάν Μπόζκιρ, σε γεύμα που τους είχε παραθέσει πριν από τη συνάντησή τους με τον επίτροπο! Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, ο πρέσβης τους είχε εκμυστηρευτεί μάλιστα, ισχυρίζεται ο αρθρογράφος, ότι μια ενδεχόμενη ανακοίνωση περί της πρόθεσης επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, την κατάλληλη χρονική στιγμή και με την απαραίτητη δραστηριότητα του τουρκικού λόμπι, θα μπορούσε να αποτρέψει τις αρνητικές συνέπειες της μη συμμόρφωσης της Άγκυρας με το Πρωτόκολλο. Με αυτόν τον τρόπο, η τουρκική ηγεσία πιστεύει ότι θα μπορούσαν να καμφθούν οι ευρωπαϊκές αντιστάσεις και να εγκαινιασθούν οι διαπραγματεύσεις ορισμένων τουλάχιστον από τα 8 επίμαχα κεφάλαια.

Οι συνάδελφοι του Σαφάκ, όπως οι Μ.Α. Μπιράντ, Χ. Τζεμάλ, Α. Μπαρντάκογλου κ.ά., που συμμετείχαν μαζί του στην ίδια αποστολή, διέψευσαν με ανακοίνωσή τους τα όσα αυτός ισχυρίζεται ότι τους εκμυστηρεύτηκε ο τούρκος πρέσβης. Ωστόσο, το άρθρο έγινε αφορμή για να κάνει ευγενικές και «γενναιόδωρες» δηλώσεις ο υπουργός Επικρατείας υπεύθυνος για τις διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε., Εγκεμέν Μπαγίς, υπέρ της επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής, ανεξάρτητα μάλιστα από την έκβαση του Κυπριακού!

Η υποψία και μόνο, όμως, ότι μπορεί να έχουν ειπωθεί τέτοιες κουβέντες στις Βρυξέλλες είναι ένα εξαιρετικά ανησυχητικό γεγονός, καθώς αποδεικνύει ακριβώς το πόσο ευάλωτα μπορεί να είναι τα ευρωπαϊκά κέντρα στις τουρκικές πιέσεις. Το τουρκικό σχέδιο, που εποφθαλμιά την κυριαρχία μιας χώρας μέλους της Ε.Ε., ουσιαστικά προτείνει παραπλανητικές «παραχωρήσεις» σε ζητήματα που η Άγκυρα έχει διαπράξει αδικήματα, παραβιάζοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις διεθνείς συνθήκες, και που έπρεπε να είχε ήδη επανορθώσει προ πολλού με δική της πρωτοβουλία, με αντάλλαγμα τη μη αναγνώριση του επίσημου καθεστώτος της Κύπρου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, συνεπώς, ότι πλησιάζει η ώρα που η Άγκυρα θα ρίξει όλο της το βάρος στο Κυπριακό και θα επιχειρήσει, πιθανότατα με τη συνδρομή των αγγλοσαξόνων, που ήδη προωθούν ένα Σχέδιο Ανάν Β΄, να αναιρέσει τις δεσμεύσεις της ενώπιων των Βρυξελλών, αλλά και της διεθνούς κοινότητας. Ας ευχηθούμε η Αθήνα και η Λευκωσία να είναι έτοιμες να πράξουν τα αυτονόητα.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 14/6/2009

Για περισσότερα...

9/6/09

Ευρωεκλογές και Τουρκία


"Τουρκική Δημοκρατία - Ευρωπαϊκή Ένωση" (Σκίτσο του Τουρχάν Σελτσούκ - "Τζουμχουριέτ" 15 Δεκεμβρίου 2009)

Σε 30 ανέρχονται οι υποψήφιοι ευρωβουλευτές τουρκικής καταγωγής

Η προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ισότιμου μέλους συνάντησε ζωηρές αντιδράσεις κατά την προεκλογική περίοδο των ευρωεκλογών. Το αρνητικό αυτό κλίμα αντικατοπτρίστηκε στα ψηφοδέλτια των κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης, όπου λιγοστοί είναι οι υποψήφιοι, τουρκικής καταγωγής, που κατέχουν εκλόγιμη θέση.

Το ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας ως ισότιμου μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξε ένα από τα θέματα που απασχόλησαν τους ευρωπαίους ηγέτες κατά την προεκλογική συζήτηση. Ο γάλλος Πρόεδρος, Νικολά Σαρκοζί, και η γερμανίδα πρωθυπουργός, Άνγκελα Μέρκελ, υπήρξαν από τους πρώτους ηγέτες που πήραν αποστάσεις από την Άγκυρα. Σε κείμενο, που συνυπέγραψαν στα τέλη Μαΐου, εξέφρασαν τις ήδη γνωστές επιφυλάξεις τους για την περαιτέρω επέκταση της Ευρώπης προς «Ανατολάς». Για να μπορέσει να αντιμετωπίσει ικανοποιητικά τις προκλήσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να αποκτήσει ισχυρούς και ικανούς θεσμούς, δήλωναν οι δύο ηγέτες. Με αυτόν τον τρόπο εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην ένταξη της Τουρκίας και υπέδειξαν έμμεσα μια ενδιάμεση λύση για την Άγκυρα, που δεν είναι άλλη από εκείνη του καθεστώτος ειδικής σύνδεσης.

Η αρνητική στάση των ευρωπαίων ηγετών έναντι της Τουρκίας έγινε εξίσου ορατή στην επιλογή υποψηφίων από τα πολιτικά κόμματα. Μολονότι οι υποψήφιοι ευρωβουλευτές, τουρκικής καταγωγής, φτάνουν τους τριάντα στις 27 χώρες μέλη της Ένωσης, ο αριθμός εκείνων, που έχουν σοβαρές πιθανότητες να εκλεγούν, είναι ελάχιστος.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι, τουρκικής καταγωγής, υποψήφιοι κατέχουν χαμηλή θέση στα ψηφοδέλτια, που όρισαν οι μηχανισμοί των κομμάτων και με τα οποία συμμετέχουν στις εκλογές.

Οι, τουρκικής καταγωγής, υποψήφιοι συγκεκριμένα συμμετέχουν στη διαδικασία από τους συνδυασμούς των εξής χωρών: Αγγλία (ένας υποψήφιος), Αυστρία (δύο), Βέλγιο (επτά), Βουλγαρία (τρεις), Γαλλία (ένας), Γερμανία (επτά), Δανία (ένας), Ελλάδα (τρεις), Ολλανδία (τρεις) και Φινλανδία (δύο). Η εκλογή εκείνων των υποψηφίων που φαίνεται να είναι σίγουρη είναι της Εμινέ Μποσκούρτ, υποψήφιας με το Εργατικό Κόμμα της Ολλανδίας (2η θέση στο ψηφοδέλτιο), της Φιλίζ Χουσμένοβα (1η θέση) και του Μετίν Καζάκ (3η θέση), που είναι υποψήφιοι του Κινήματος Δικαιωμάτων και Ελευθεριών - το τουρκικό κόμμα της Βουλγαρίας που συμμετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό- και του Ισμαήλ Ερτούγ (20ή θέση), υποψήφιου με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας.

Η εκλογή των, τουρκικής καταγωγής, υποψηφίων στην Ευρωβουλή θεωρείται ζήτημα εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας από τους καθεστωτικούς κύκλους της Τουρκίας. Η Άγκυρα, το τελευταίο διάστημα, ενθαρρύνει τους πολίτες της, που διαβιούν στις ευρωπαϊκές χώρες, να αποκτήσουν την υπηκοότητα της χώρας διαμονής τους, απορρίπτοντας την παρωχημένη νοοτροπία των πραξικοπηματιών του 1980, που απαγόρευε ρητά κάτι τέτοιο.

Με τον τρόπο αυτόν, η Άγκυρα αποκτά -πραγματικά από το πουθενά- έναν σημαντικό μοχλό πίεσης έναντι των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, ανδρώνοντας, κατά περίπτωση, με έμψυχο δυναμικό το αδύναμο λόμπι της στην Ευρώπη. Ας σημειωθεί, βέβαια, ότι το ζήτημα της εκλογής των υποψηφίων, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αποκτά μεγάλο ενδιαφέρον και σημασία, καθώς αποχωρούν από την Ευρωβουλή είτε οριστικά είτε πρόσκαιρα, αρκετές προσωπικότητες γνωστές για τις φιλοτουρκικές τους θέσεις, όπως οι Τζεμ Οζντεμίρ, Ζοστ Λαχέντϊκ, Μισέλ Ροκάρ κ.ά.

Η υποβάθμιση των υποψηφίων, τουρκικής καταγωγής, στα ψηφοδέλτια των τριών ελληνικών κομμάτων (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ) προκάλεσε τις αντιδράσεις των φερέφωνων της Άγκυρας στη χώρα μας. Η «Συμβουλευτική Επιτροπή Τουρκικής Μειονότητας Δυτικής Θράκης» με ανακοίνωσή της κάλεσε τη μουσουλμανική μειονότητα να ψηφίσει «λευκό» με το αιτιολογικό ότι τα ελληνικά κόμματα δεν έδειξαν τον «απαραίτητο σεβασμό» (sic) στους μουσουλμάνους υποψηφίους και υποτιμώντας την αξία της μειονότητας τούς περιέλαβαν στα ψηφοδέλτιά τους σε μη εκλόγιμες θέσεις. Η εκβιαστική αυτή κίνηση της Επιτροπής έρχεται να κρούσει και πάλι το καμπανάκι για τη δραστηριότητα των μελών της, τα πιστεύω τους, τα συμφέροντα που προασπίζονται κ.ο.κ. Υπενθυμίζουμε ότι το πρόσωπο που εκτελεί χρέη προέδρου στην Επιτροπή είναι ο ψευδομουφτής Ξάνθης, Αχμέτ Μετέ, στα κατορθώματα του οποίου είχαμε αναφερθεί εκτενώς πρόσφατα από αυτήν τη στήλη, ενώ στα μέλη του συγκαταλέγονται «εκλεκτές» μορφές, όπως οι Τσετίν Μαντατζή, Σερίφ Ιμπραήμ κ.ά.

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η Τουρκία προσβλέπει στην εκλογή των, τουρκικής καταγωγής, υποψηφίων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για να προωθήσει τα συμφέροντά της στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών θεσμών και μόνον. Άλλωστε, αυτό φάνηκε και από την προπέτεια, με την οποία κινήθηκαν τα όργανά της στη Θράκη, για να πλήξουν το κύρος των εκλογών. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ερωτήματα και αμφιβολίες περί τις πραγματικές προθέσεις αυτών των υποψηφίων, καθώς και για τη συμβολή τους στην πολυσήμαντη και κοπιαστική αυτή υπόθεση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Συνεπώς, οι ευρωεκλογές αποκτούν και χαρακτήρα, σχεδόν, δημοψηφίσματος, για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη. Μέλλει να δούμε τα αποτελέσματα της ευρωπαϊκής λαϊκής ετυμηγορίας που θα ανακοινωθούν το βράδυ της 7ης Ιουνίου.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 07/06/2009

Για περισσότερα...

1/6/09

Το παραπλανητικό «συγγνώμη» του Tαγίπ Ερντογάν


«Πρέπει να κοιτάξουμε το παρελθόν μας κατάματα!» (Σκίτσο του Ζαφέρ Τεμοτσίν στην «Τζουμχουριέτ» της 27ης Μαΐου 2009)

Η «φασίζουσα» συμπεριφορά και τα οικονομικά συμφέροντα

Την εβδομάδα που μας πέρασε, ο ισλαμιστής πρωθυπουργός της Τουρκίας προέβη σε βαρυσήμαντες δηλώσεις αναφορικά με τη συμπεριφορά των ομοεθνών του έναντι των μη τουρκικών πληθυσμών της Ανατολίας κατά το παρελθόν. Η τοποθέτηση αυτή του ισλαμιστή πολιτικού ηγέτη, όμως, εξυπηρετεί, όπως όλα δείχνουν, συγκεκριμένες μικροπολιτικές, αλλά κυρίως οικονομικές σκοπιμότητες.

Με ομιλία που εκφώνησε ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τις προάλλες, στο Συμβούλιο της Τοπικής Οργάνωσης του κόμματός του στην Ντούζτζε -σύγχρονη πόλη στα ανατολικά της αρχαίας Βιθυνίας- αναφέρθηκε στη διαμάχη που έχει ξεσπάσει στην τουρκική Βουλή για το νομοσχέδιο που πρότεινε η κυβέρνησή του σχετικά με την εκμετάλλευση της περιοχής κατά μήκος των τουρκοσυριακών συνόρων. Ο ισλαμιστής πρωθυπουργός θεώρησε «φασίζουσα» μια τέτοια προσέγγιση και συμπλήρωσε: «Η νοοτροπία που υπήρχε πριν από δεκαετίες δεν έχει αλλάξει καθόλου και εξακολουθεί να υφίσταται. Επί χρόνια κάτι γίνεται σε αυτήν τη χώρα. Εκδιώχθηκαν από τη χώρα μας όσοι είχαν διαφορετική εθνική ταυτότητα. Άραγε βγήκαμε κερδισμένοι; Αυτό στην πραγματικότητα ήταν προϊόν μιας φασιστικής νοοτροπίας. Κατά καιρούς υποπέσαμε κι εμείς σε τέτοια λάθη». Τι προβλέπει, όμως, το νομοσχέδιο που κατέθεσε το ΑΚΡ; Και πώς ο Ερντογάν από εκεί που, τον περασμένο φθινόπωρο, καλούσε το μειονοτικό στοιχείο να εγκαταλείψει τη χώρα, εφόσον δεν μπορούσε να αποδεχτεί την υφιστάμενη κατάσταση, έφτασε να κατακρίνει κεκαλυμμένα τις προηγούμενες τουρκικές ηγεσίες για «φασίζουσες» συμπεριφορές;

Το προτεινόμενο νομοσχέδιο προβλέπει την εκκαθάριση 210 χιλιάδων στρεμμάτων γης από νάρκες, οι οποίες είχαν τοποθετηθεί στην τουρκική παραμεθόριο από τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις τη δεκαετία του 1950. Ας σημειωθεί ότι η κίνηση αυτή του ΑΚΡ εντάσσεται στο πλαίσιο πολιτικής προσέγγισης και οικονομικής συνεργασίας μεταξύ της Άγκυρας και της Δαμασκού που έχει εγκαινιασθεί το 2004. Το γεγονός ότι η συριακή πλευρά έχει ήδη προχωρήσει στην εκμετάλλευση του πρώην ναρκοπεδίου της ενθαρρύνει την ισλαμική κυβέρνηση της Τουρκίας να κάνει το ίδιο.

Η πρωτοβουλία του Ερντογάν, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν πέρασε απαρατήρητη και μάλιστα ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων εκ μέρους κυρίως της Κεμαλικής αντιπολίτευσης. Ο πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, Ντενίζ Μπαϊκάλ, κατηγόρησε πρωτίστως την ισλαμική κυβέρνηση ότι αφοπλίζει τα πιο ευαίσθητα σύνορα της Τουρκίας σε μια επικίνδυνη περιοχή, όπου παραμένουν ακόμη εκκρεμότητες με τους άραβες γείτονες, αλλά κυρίως εκεί όπου συνεχίζεται η δράση του Κουρδικού Απελευθερωτικού Κινήματος. Κατά δεύτερο λόγο, ο Μπαϊκάλ κατηγόρησε το ΑΚΡ ότι υποθηκεύει το μέλλον του τόπου σε περιόδους παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, παραχωρώντας την εκμετάλλευση εύπορης γης σε ξένους. Ο Μπαϊκάλ συγκεκριμένα κατηγόρησε τον Ερντογάν ότι θα αναθέσει τον καθαρισμό των συνόρων μήκους 510 χιλιομέτρων από νάρκες σε ισραηλινή εταιρεία σε αντάλλαγμα την εκμετάλλευση της εν λόγω περιοχής για 44 ολόκληρα χρόνια.

Το ενδεχόμενο της ανάθεσης του έργου σε ισραηλινή εταιρεία, ίσως τελικά να μην είναι τελείως αβάσιμο, καθώς εξηγεί επαρκώς τη στάση του ισλαμιστή τούρκου πρωθυπουργού. Μια τέτοια κίνηση, εκτός του ότι θα βελτιώσει αισθητά την εικόνα του τούρκου πρωθυπουργού στο Τελ Αβίβ, θα έφερνε ενδεχομένως σε άβολη θέση και τους Κεμαλικούς, κυρίως τη στρατιωτική πτέρυγα, που έχει σε σημαντικό βαθμό τον έλεγχο των σχέσεων με το Ισραήλ.

Το σημαντικότερο, όμως, κριτήριο είναι, απ' ό,τι όλα δείχνουν, το οικονομικό, καθώς η ισλαμική κυβέρνηση, κατόπιν των δυσκολιών που αντιμετώπισε στις διαπραγματεύσεις της με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, πασχίζει να προσελκύσει επενδυτές στη χώρα, οι οποίοι με τις εταιρείες τους θα δώσουν πνοή στα τουρκικά νοικοκυριά.

Απόδειξη των παραπάνω είναι όσα απάντησε ο ισλαμιστής πρωθυπουργός στους επικριτές του, αλλά δεν δόθηκε μεγάλη σημασία από τον Τύπο. Λέει ο Ερντογάν: «Το χρήμα πάει εκεί όπου θα βρει κατάλληλο έδαφος. Αυτήν τη στιγμή το διεθνές κεφάλαιο θέλει να επενδύσει στη χώρα μας. Βγαίνουν, βλέπετε, ορισμένοι και λένε εκείνο είναι εβραϊκό κεφάλαιο. Δεν έχει ''δεν γίνεται'', φίλε! […] Όταν εκείνος κάνει την επένδυση ποιος θα εργαστεί εδώ; Εδώ δεν πρόκειται να δουλέψει ο Ισαάκ! Θα δουλέψει ο Αχμέτ και ο Μεχμέτ! […] Κοιτάξτε να δείτε, ας τον λένε και Τζορτζ. Ας έρθει να κάνει την επένδυσή του. Όταν κάνει την επένδυσή του εδώ, φεύγοντας απ' αυτόν τον τόπο θα πάρει μαζί του και το εργοστάσιο; […] Αφήστε τον να έρθει! Με αυτήν την παρωχημένη νοοτροπία δεν είναι δυνατόν να κάνει η Τουρκία βήματα προς τα μπρος» («Ζαμάν» 24/5/2009).

Η παραπάνω ομολογία αποδεικνύει ακριβώς ότι όχι μόνον τίποτα δεν έχει αλλάξει στη νοοτροπία των τούρκων ιθυνόντων, αλλά τουναντίον, ότι ευδοκιμεί και στις μέρες μας η ίδια οπορτουνιστική προσέγγιση προς το μη τουρκικό και μη μουσουλμανικό κεφάλαιο που επενδύεται στην Τουρκία. Πρόθεση του Ερντογάν δεν ήταν ούτε να ζητήσει συγγνώμη, αλλά ούτε να απολογηθεί για τα δεινά που υπέστησαν οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας από τους προγόνους του. Σκοπός του ισλαμιστή τούρκου πρωθυπουργού ήταν μάλλον να πείσει την αντιπολίτευση να του επιτραπεί η εκμετάλλευση των ξένων επενδυτών.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 31/05/2009


Για περισσότερα...

25/5/09

Η «αδελφότητα» Γκιουλέν εγκαινιάζει νέα σχολεία στη Μέση Ανατολή


H προσπάθεια της Άγκυρας να επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής της στην περιοχή της ευρύτερης Μέσης Ανατολής έχει και μια πολιτισμική διάσταση που συχνά αγνοούμε. Τα εγκαίνια νέων σχολείων της «αδελφότητας» Φετχουλάχ Γκιουλέν σε δύο χώρες της Μέσης Ανατολής την περασμένη εβδομάδα, αποδεικνύουν περίτρανα το τουρκικό ενδιαφέρον στον ευαίσθητο τομέα της εκπαίδευσης στην περιοχή αυτή.

Η απόφαση του αμερικανού Προέδρου Μπάρακ Ομπάμα να βελτιώσει τις σχέσεις του με τον ισλαμικό κόσμο μέσω της Τουρκίας, έφερε και πάλι στο προσκήνιο την αδελφότητα του Φετχουλάχ Γκιουλέν, που διακρίνεται για τις επιτυχίες της στον τομέα της εκπαίδευσης. Η αδελφότητα διατηρεί εκατοντάδες εκπαιδευτήρια όλων των βαθμίδων στις αναπτυσσόμενες μουσουλμανικές -και όχι μόνο- χώρες της Ευρασίας και της Αφρικής. Τα τελευταία επιτεύγματα της αδελφότητας ήταν τα εγκαίνια νέων σχολείων στο Αφγανιστάν και την Αίγυπτο.

Το πρώτο εκπαιδευτήριο εγκαινιάσθηκε στη Χεράτ -την αρχαία Αλεξάνδρεια εν Αρίοις- του Αφγανιστάν. Πρόκειται για ένα αφγανοτουρκικό παρθεναγωγείο, το δεύτερο στο είδος του έπειτα από εκείνο της Καμπούλ, που θα λειτουργήσει αρχικά με 150 μαθήτριες. Το δεύτερο εκπαιδευτήριο, με την ονομασία «Σελαχαντίν Εγιουμπΐ» -ο Σαλαντίν, ο μουσουλμάνος ηγέτης και απελευθερωτής των Ιεροσολύμων- εγκαινιάσθηκε στην πρωτεύουσα της Αιγύπτου, το Κάιρο. Το σχολείο έχει ανεγερθεί σε έναν χώρο δεκατριών χιλιάδων τετραγωνικών και είναι σχεδιασμένο να λειτουργήσει τμήματα στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Η διδασκαλία στα εκπαιδευτήρια Γκιουλέν γίνεται, ως συνήθως, στα αγγλικά, ενώ η τουρκική διδάσκεται ως γλώσσα επιλογής. Οι μαθητές επιλέγονται με μεγάλη προσοχή κατόπιν εξετάσεων και δέχονται μια μοντέρνα εκπαίδευση, που απορρίπτει τη στείρα μάθηση και παπαγαλία και που στοχεύει να φτιάξει ενεργούς πολίτες. Μόνο που το εκπαιδευτικό αυτό σύστημα προωθεί πρότυπα καθ' όλα σύμφωνα με εκείνα της «τουρκοϊσλαμικής σύνθεσης», από την οποία αντλεί τις ρίζες του και ο νεοοθωμανισμός. Οι απόφοιτοι των φετχουλαχικών σχολείων, συνεπώς, είναι πρόσωπα φτιαγμένα στα νεοοθωμανικά πολιτισμικά πρότυπα.

Ο πολλαπλασιασμός των σχολείων αυτών, σε χώρες όπως η Αίγυπτος και το Αφγανιστάν, είναι θέμα χρόνου, καθώς τόσο οι ντόπιοι παράγοντες επιθυμούν να αναπτύξουν πολιτισμικές σχέσεις με την Άγκυρα όσο και οι τούρκοι επιχειρηματίες το επιδιώκουν. Ο Αφγανός νομάρχης Γιουσούφ Νουριστανί, φερ' ειπείν, στην τελετή των εγκαινίων, πέρα από την ευγνωμοσύνη του στους τούρκους επιχειρηματίες, εξέφρασε την επιθυμία του να πολλαπλασιαστούν αυτού του είδους οι πρωτοβουλίες και να ιδρυθούν ακόμη περισσότερα σχολεία στη χώρα του. Ας σημειωθεί ότι οι τούρκοι επιχειρηματίες της αδελφότητας Γκιουλέν έχουν ιδρύσει ήδη άλλα επτά σχολεία στην πολύπαθη αυτή χώρα. Περίπου τα ίδια εξέφρασαν και οι αιγύπτοι θρησκευτικοί αρχηγοί και διανοούμενοι, οι οποίοι προσλαμβάνουν το τουρκικό εκπαιδευτήριο στο Κάιρο ως το πρώτο βήμα για την επικείμενη «τουρκοαιγυπτιακή σύνθεση».

Η διεθνής δραστηριότητα του θρησκευτικού χαρακτήρα μη κρατικού τουρκικού παράγοντα συμπίπτει, αφενός, με την έπαρση του ισλαμικών προδιαγραφών νεοοθωμανισμού που εκφράζεται από την ηγεσία της Άγκυρας και, αφετέρου, με τα σχέδια της αμερικανικής «αυτοκρατορίας» να προσεγγίσει και να ελέγξει τις ισλαμικές χώρες μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας. Και το ερώτημα που τίθεται έχει ως εξής: Για πόσο ακόμη θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε «ανέπαφες» τις στενές ιστορικές, πολιτισμικές και πολιτικές σχέσεις που διατηρούμε με αυτές τις χώρες, κυρίως τις γειτονικές αραβικές χώρες, όπως την Αίγυπτο, εν όψει της εξάπλωσης των φετχουλαχικών εκπαιδευτηρίων, τα οποία επιδιώκουν τη δημιουργία τουρκόφιλων ελίτ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή;

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 24/05/2009

Για περισσότερα...

18/5/09

«Φυτώριο» φανατικών ηγετίσκων το 7ο Ισλαμικό Συμβούλιο Ευρασίας


Προκλητικότατος ο ψευδομουφτής της Ξάνθης Αχμέτ Μετέ

H Τουρκία διοργανώνει, αυτές τις μέρες, το 7ο Ισλαμικό Συμβούλιο Ευρασίας στην Κωνσταντινούπολη. Η εκδήλωση αυτή έρχεται σε ένα χρονικό σημείο που η Άγκυρα εντείνει τις προσπάθειες, με τις ευλογίες της Ουάσινγκτον, να ηγηθεί του ισλαμικού κόσμου και να αμβλύνει το πολιτισμικό χάσμα με τη Δύση.

Υπό την αιγίδα της Προεδρίας Θρησκευτικών Υποθέσεων (Ντιανέτ) της Τουρκίας ξεκίνησαν την περασμένη Τρίτη οι εργασίες του 7ου Ισλαμικού Συμβουλίου Ευρασίας με θέμα «Οι πηγές, η παραγωγή και η ανανέωση της θρησκευτικής γνώσης». Το Ισλαμικό Συμβούλιο Ευρασίας είναι ένας θεσμός που επινοήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στο πλαίσιο της οζαλικής εμπνεύσεως νεο-οθωμανικής εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας. Στόχος του θεσμού δεν ήταν άλλος από την επέκταση της σφαίρας επιρροής της Τουρκίας στα μουσουλμανικά έθνη και σε τουρκογενείς ομάδες των Βαλκανίων, του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας μέσω του Ισλάμ. Αυτή η στοχοθεσία διατηρείται ως σήμερα, ενισχυμένη και από την παρουσία του ισλαμικού κόμματος ΑΚΡ στην εξουσία, όπως φαίνεται και από τη συμμετοχή 80 περίπου ισλαμικών θρησκευτικών ηγετών και διδασκάλων από 27 χώρες και 15 Αυτόνομες Δημοκρατίες της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Την εναρκτήρια ομιλία του Συμβουλίου έκανε ο ίδιος ο πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος αφού εκθείασε επί μακρόν τα προτερήματα και τη συμβολή του Ισλάμ στην ανθρωπότητα, αναφέρθηκε κεκαλυμμένα στις «κακόβουλες παρεμβάσεις» εξωγενών παραγόντων στην Ευρασία, που στόχο είχαν «να σπείρουν τη διχόνοια στους λαούς της περιοχής». Εξάλλου, σημείωσε ότι εφόσον ο ισλαμικός κόσμος αδυνατεί να απαλλαγεί από τα δεινά του «κακού», κάποιο σοβαρό πρόβλημα πρέπει να υπάρχει στις τάξεις του Ισλάμ. Κατέληξε, λέει, το Ισλάμ να είναι σχεδόν ταυτόσημο της τρομοκρατίας και της βίας, αντί να δίνει την εικόνα μιας θρησκείας που προωθεί την «ανοχή, τη γενναιοδωρία, την ειλικρίνεια και τη μετριοφροσύνη». Ομολόγησε, λοιπόν, ότι είναι ανεξήγητη η πρόσφατη έξαρση βίας και αναφέρθηκε στο μακελειό που έλαβε χώρα στην πόλη Μαρντίν (44 θύματα βεντέτας), αλλά και στα ορατά αποτελέσματα του θρησκευτικού φανατισμού στον γεωγραφικό χώρο που εκτείνεται από το Αφγανιστάν ως το Ιράκ. Επέστησε, λοιπόν, την προσοχή του Συμβουλίου και ζήτησε να εξεταστεί το φαινόμενο προσεκτικά και ει δυνατόν να βρεθούν λύσεις.

Η έκκληση του Μαυροθαλασσίτη τούρκου πολιτικού για την ανάγκη εξυγίανσης του ισλαμικού κόσμου είναι, βέβαια, επίκαιρη και χρήζει κάποιας προσοχής. Εντούτοις, τα λόγια αυτά ηχούν κάπως ειρωνικά λίγες μέρες μετά την επέτειο της αρμενικής Γενοκτονίας και εν όψει της 90ής επετείου της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού (19η Μαΐου). Άλλωστε, ο τούρκος πρωθυπουργός έσπευσε αμέσως να αποδοκιμάσει τη Δύση και να την κατηγορήσει για ρατσιστική συμπεριφορά και «ισλαμοφοβία». Δεν δίστασε μάλιστα να παρομοιάσει τη διστακτική στάση ορισμένων δυτικών κρατών έναντι του Ισλάμ μʼ ένα είδος φανατισμού που αγγίζει τον «αντισημιτισμό»!

Οι εργασίες του Ισλαμικού Συμβουλίου, βέβαια, ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την Άγκυρα να ανανεώσει δεσμούς με τους ηγέτες τουρκογενών και μουσουλμανικών ομάδων. Μεταξύ αυτών διακρίνονται ο Σαφά Τατζουτίν, πρόεδρος της Θρησκευτικής Υπηρεσίας των μουσουλμάνων της Ρωσίας, που απηύθηνε χαιρετισμό στα τουρκικά (!), ο Χινταϊέτ Ορούτσοβ, αξιωματούχος της Θρησκευτικής Υπηρεσίας του Αζερμπαϊτζάν, που κατηγόρησε την Αρμενία για γενοκτονία των Αζέρων, ο Ναΐμ Τέρναβα, πρόεδρος της Ισλαμικής Ένωσης Κοσόβου, που μίλησε στην αραβική και εκτός του ότι ζήτησε να μεριμνήσουν οι αρχές για τη διατήρηση των οθωμανικών μνημείων στη Βαλκανική, απηύθηνε πρόσκληση στον Ερντογάν να επισκεφθεί το Κόσοβο κ.ά.

Η πιο κραυγαλέα περίπτωση, όμως, ήταν αυτή του ψευδομουφτή της Ξάνθης Αχμέτ Μετέ. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο περιθώριο των εργασιών στην εθνικιστική ημερήσια «Γιενί Μεσάζ» (14/5/2009), ο Μετέ κατηγόρησε την Ελλάδα ότι καταπατεί τα μειονοτικά δικαιώματα όχι μόνο των «Τούρκων της Δυτικής Θράκης», αλλά και των «Μακεδόνων»! Λέει συγκεκριμένα ότι παρόλο που οι ευρωπαϊκοί θεσμοί διά των εκθέσεών τους καταδικάζουν την Ελλάδα σε θέματα θρησκευτικών ελευθεριών και εκπαίδευσης, οι Ευρωπαίοι, που σε κάθε ευκαιρία στριμώχνουν την Τουρκία, δεν κάνουν καμία παρατήρηση «στο κακομαθημένο παιδί της Ευρώπης», την Ελλάδα!

Ο Μετέ κατηγορεί ακόμη το ελληνικό κράτος ότι διορίζει μουφτήδες της αρεσκείας του, αγνοώντας εκείνους που εκλέγει η μουσουλμανική μειονότητα, ωσάν και το τουρκικό κράτος ή οποιοδήποτε άλλο μουσουλμανικό κράτος στην υφήλιο εκλέγει τους μουφτήδες του! Ως γνωστόν, η εκλογή μουφτή, που στη συγκεκριμένη περίπτωση της Δυτικής Θράκης εκτελεί και χρέη δικαστή, αντιβαίνει κάθε έννοιας ισοπολιτείας και ουδετερότητας της δικαιοσύνης, καταλύοντας βασικές αρχές της Δημοκρατίας.

Το υβρεολόγιο του Μετέ συνεχίζεται με την κατηγορία ότι η Ελλάδα επιχειρεί διά της πρόσληψης των μουφτήδων και των ιμάμηδων στο ελληνικό Δημόσιο, βάσει της νομοθεσίας περί μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών, να ελέγξει τους μουσουλμάνους θρησκευτικούς λειτουργούς της Δυτικής Θράκης! Έτσι, λέει ο Μετέ, η μειονότητα κινδυνεύει να έχει στο μέλλον θρησκευτικούς λειτουργούς που ναι μεν ξέρουν να διαβάζουν το Κοράνιο, γνωρίζουν το Ισλάμ και φέρουν γένια, αλλά κάτω από το ένδυμα του λειτουργού είναι «παπάδες που δεν έχουν κάνει περιτομή» (sic)! Υποστηρίζει ακόμη ότι ενώ οι χριστιανοί κληρικοί στην Τουρκία «κάνουν ό,τι θέλουν», στη Δυτική Θράκη «είναι οι Έλληνες που μας κάνουν ό,τι θέλουν»! Στο παραλήρημα του Μετέ απαντούμε μόνο με το ότι ενώ η ελληνική κυβέρνηση έδειξε την προθυμία να αναλάβει τη μισθοδοσία των μουσουλμάνων κληρικών της Δ. Θράκης, η Τουρκία δεν συζητά καν κάτι αντίστοιχο για τους κληρικούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Ο ψευδομουφτής κατηγορεί επίσης την Ελλάδα ότι καταπατεί τα εκπαιδευτικά δικαιώματα της μειονότητας. Λέει ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν παρέχουν κτίρια να στεγαστούν μειονοτικά σχολεία ή ότι δεν επιτρέπεται η ανέγερση νέων και η επιδιόρθωση/επέκταση παλαιότερων. Προβάλλει δε ως προϋπόθεση της επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης την ίδρυση Σχολής Ιεροκηρύκων (Ιμάμ Χατίπ) στη Δυτική Θράκη, η οποία προφανώς θα ελέγχεται από την Άγκυρα! Τέλος, λέει, επειδή οι νέοι της μειονότητας αδυνατούν να εισαχθούν στις σχολές ιεροκηρύκων της Τουρκίας, λόγω των δυσκολιών που παρατηρούνται στο σύστημα εισαγωγής, κατευθύνονται στα ελληνικά πανεπιστήμια με αποτέλεσμα να εκφυλίζονται, σε τέτοιον βαθμό ώστε κάποιοι να καταφεύγουν ακόμη και στα ναρκωτικά και το πιοτό!

Το ντελίριο του Μετέ δεν έχει όρια. Ας μας απαντήσει μόνο τι ποσοστό φοιτητών της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Τουρκίας εισάγεται με ειδικές ποσοστώσεις στα τουρκικά πανεπιστήμια; Πόσα σχολεία έχει ανοικοδομήσει ή επιδιορθώσει για τις ανάγκες της ελληνορθόδοξης μειονότητας το τουρκικό Δημόσιο; Τι ποσοστό των κονδυλίων του τουρκικού υπουργείου Παιδείας κατευθύνεται για τις εκπαιδευτικές ανάγκες της ελληνικής μειονότητας (το ελληνικό Δημόσιο πάντως είναι αρκετά γενναιόδωρο!); Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα είναι δυστυχώς αποκαρδιωτικές…

Τα ίδια περίπου επανέλαβε ο Μετέ και κατά τη διάρκεια των εργασιών του Συμβουλίου, με τη διαφορά ότι τούτη τη φορά κατηγόρησε την Ελλάδα και για καθυστερήσεις στην επιστροφή των βακουφικών ακινήτων.

Από τη μεριά του ο ψευδομουφτής της Κομοτηνής Ιμπραΐμ Σερίφ δεν έμεινε πίσω στις προκλήσεις. Τόνισε ότι η «μουσουλμανική τουρκική μειονότητα» είναι από άποψη θρησκείας και πολιτισμού αναπόσπαστο κομμάτι της «μητέρας πατρίδος Τουρκίας» (sic)! Σημείωσε ακόμη ότι η Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων (Ντιανέτ) παρέχει μεγάλη βοήθεια στην μειονότητα, προσφέροντας το απαραίτητο υλικό για τις ανάγκες της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Τέλος, στο Συμβούλιο παρευρέθηκε και ο θρησκευτικός εκπρόσωπος του ψευδοκράτους Γιουσούφ Σούιτσμεζ, που αναφέρθηκε στις ελλείψεις που αντιμετωπίζει το καθεστώς στη θρησκευτική εκπαίδευση. Ομολόγησε πάντως ότι 48 από τα 182 τεμένη της κατεχόμενης Κύπρου ήταν εκκλησίες που μετατράπηκαν σε τζαμιά στον βωμό του εξισλαμισμού!

Εν κατακλείδι, ο θεσμός του Ισλαμικού Συμβουλίου Ευρασίας που εποπτεύεται από την Άγκυρα λειτουργεί μάλλον ως φυτώριο φανατικών θρησκευτικών ηγετίσκων παρά σαν χώρος διανόησης και νηφάλιας επίλυσης των θρησκευτικών ζητημάτων, αν κρίνουμε από τα όσα είπε τουλάχιστον ο Μετέ, στην υπηρεσία του τουρκικού Ισλάμ, που αποτελεί το προπαρασκευαστικό στάδιο για την επέκταση της τουρκικής σφαίρας επιρροής στην περιοχή μας και όχι μόνο.


Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 17/5/2009


Για περισσότερα...

11/5/09

Ο Αχμέτ Νταβούτογλου στο πηδάλιο της τουρκικής διπλωματίας


Ο Αλί Μπαμπατζάν και ο Αχμέτ Νταβούτογλου μετά την τελετή παράδοσης-παραλαβής καθηκόντων στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών (2 Μαΐου 2009 – Getty Images)

Την εβδομάδα που κύλησε ο καθηγητής Αχμέτ Νταβούτογλου ανέλαβε νέος υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αλλαγή αυτή στην ηγεσία της τουρκικής διπλωματίας θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στη διεθνή συμπεριφορά της Άγκυρας, κυρίως έναντι των γειτόνων της.

Χρόνια είχε να δει το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών εξωκοινοβουλευτικό υπουργό και μάλιστα ακαδημαϊκό! Την τελευταία φορά που είχε αναλάβει εξωκοινοβουλευτικός την αρχηγία της τουρκικής διπλωματίας ήταν ο πρέσβης Βαχίτ Χαλέφογλου, ο οποίος είχε διοριστεί υπουργός στην πρώτη κυβέρνηση του Τουργκούτ Οζάλ (ΑΝΑΡ) το 1983. Ήταν η περίοδος της «επανόδου στη δημοκρατία» ύστερα από πολυετές στρατιωτικό καθεστώς και οι συνθήκες επέβαλλαν μια σταθερή πορεία στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας, φυσικά υπό τον απόλυτο έλεγχο του κεμαλικού κατεστημένου. Άλλωστε, σε παρόμοιες καταστάσεις η παράδοση ήθελε το πηδάλιο του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών να παραδίδεται σε επιφανή μέλη του διπλωματικού σώματος. Έτσι, από το πέρασμα στον πολυκομματισμό (1945) έως σήμερα προηγήθηκαν του Νταβούτογλου άλλοι οκτώ εξωκοινοβουλευτικοί στον θώκο του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών. Ποιος είναι όμως αυτός ο άγνωστος στο ευρύ κοινό, αλλά πολυπράγμων και δραστήριος ακαδημαϊκός που ανέλαβε τις εξωτερικές σχέσεις της γείτονος;

Ο Α. Νταβούτογλου (1959), γόνος Τουρκομάνων, κατάγεται από την Τασκένδη, κώμη της μεσημβρινής επαρχίας του Ικονίου. Σε μικρή ηλικία, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Πόλη. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο αρρεναγωγείο της Κωνσταντινουπόλεως (IΕL) και εισήχθη στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, από το οποίο αποφοίτησε ως οικονομικός και πολιτικός επιστήμονας στις αρχές της δεκαετίας 1980. Ο διευθυντής της διδακτορικής του διατριβής στις πολιτικές επιστήμες και διεθνείς σχέσεις δεν ήταν άλλος από τον γνωστό ακαδημαϊκό καθηγητή Σερίφ Μάρντιν. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 δέχτηκε πρόταση από το Διεθνές Ισλαμικό Πανεπιστήμιο στην Κουάλα Λουμπούρ, το οποίο ιδρύθηκε από την Ισλαμική Διάσκεψη (ΟΙΔ), και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Μαλαισία. Είχε απορρίψει παρόμοια θέση σε πανεπιστήμιο της Βόρειας Αμερικής. Το 1995 επιστρέφει στη χώρα του και εργάζεται αρχικά στο Πανεπιστήμιο του Μαρμαρά (ΜU) και αργότερα στο Πανεπιστήμιο του Μπέικεντ (ΒU).

Η ενασχόλησή του με τα κοινά ανάγεται στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Τότε πρωτογνώρισε τον Αμπντουλάχ Γκιουλ, τον νυν Πρόεδρο Δημοκρατίας, και λίγο αργότερα ήρθε σε επαφή και με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η συνεργασία τους επισημοποιήθηκε με την ορκωμοσία της κυβέρνησης Γκιουλ, λίγο μετά την εκλογική νίκη του ΑΚΡ το 2002. Ο Νταβούτογλου έγινε σύμβουλος του τούρκου πρωθυπουργού σε θέματα διεθνών σχέσεων και εξωτερικής πολιτικής. Ένα χρόνο μετά, με κοινή απόφαση του Προέδρου Αχμέτ Νετζντέτ Σεζέρ και του πρωθυπουργού Α. Γκιουλ, ανακηρύχτηκε πρέσβης εκ προσωπικοτήτων. Διατήρησε τη θέση του συμβούλου και επί πρωθυπουργίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για να διοριστεί, τελικά, την Πρωτομαγιά επικεφαλής του υπουργείου Εξωτερικών.

Την επταετία που πέρασε, ως σύμβουλος πρωθυπουργού, ο Νταβούτογλου υπήρξε από τους κυριότερους παράγοντες που επηρέασαν την αναμόρφωση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και έθεσαν τις βάσεις που της επιτρέπουν να κινείται σχεδόν ως αντάξια μιας περιφερειακής δύναμης. Θεωρείται ο κυρίως υπεύθυνος για τη διπλωματική υπερδραστηριότητα που παρουσιάζει η τουρκική κυβέρνηση στα τέσσερα σημεία της υφηλίου. Μεθοδικός και εργατικός, κατάφερε σε λίγο διάστημα να αναδείξει την Άγκυρα σε επίδοξο επιδιαιτητή των συγκρούσεων της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και να την κάνει μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Οι ιδεολογικοί προσανατολισμοί του νέου υπουργού είναι γνωστοί από τα πονήματα που έχει δημοσιεύσει. Η Τουρκία, λέει, για να μπορέσει να γίνει περιφερειακή δύναμη πρέπει να ακολουθήσει μια πολυδιάστατη πολιτική. Αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν κατορθώσει να χρησιμοποιήσει το «στρατηγικό της βάθος». Τα στοιχεία εκείνα δηλαδή που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κατέχει ή μπορεί να εκμεταλλευτεί για να προωθήσει τα εθνικά συμφέροντά της. Η γεωγραφική της τοποθεσία ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή της δίνει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες χώρες. Συνεπώς, η Άγκυρα πρέπει να επωφεληθεί από την εγγύτητα με τις χώρες της Μέσης Ανατολής, οι οποίες είναι πλούσιες σε φυσικές πηγές ενέργειας, και να καλλιεργήσει με αυτές στενές πολιτικές και οικονομικές σχέσεις. Αυτή η ισόρροπη πολιτική μεταξύ Ανατολής και Δύσης θα της αποφέρει πολλαπλάσια στρατηγικά οφέλη που θα της εξασφαλίσουν την πολυπόθητη θέση στο διεθνές στερέωμα. Ωστόσο, η αύξηση της ισχύος και του διεθνούς κύρους που επιδιώκει η Άγκυρα μπορεί να εμποδιστεί ή να πληγεί από διαφορές που ενδέχεται να προκύψουν με τις γειτονικές χώρες. Επομένως, πρέπει να καμφθούν όλες οι αντιδράσεις των ανταγωνιστικών χωρών στην περιοχή, ούτως ώστε να εκλείψουν ουσιαστικά όλες οι διαμάχες που χρονίζουν γύρω από ζητήματα ζωτικής σημασίας για τα τουρκικά εθνικά συμφέροντα.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Ελλάδα, χώρα που επιδιώκει να διατηρήσει την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή, αναμένεται να δεχτεί περαιτέρω πιέσεις στο προσεχές διάστημα. Ήδη ο νέος υπουργός έκανε γνωστές τις προθέσεις του ανακοινώνοντας ότι το πρώτο ταξίδι στο «εξωτερικό» θα το πραγματοποιήσει στα κατεχόμενα! Μένει να δούμε πώς σκοπεύει να αντιμετωπίσει έναν τέτοιου ασυνήθιστου μεγέθους υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας, όπως ο Νταβούτογλου, η επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 10/5/2009

Για περισσότερα...

4/5/09

Στρατός και υπόθεση «Εργκένεκον»


(Σκίτσο του Turhan Selçuk - Τζουμχουριέτ 19.01.2009)

Οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις στο στόχαστρο της Δικαιοσύνης

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην υπόθεση «Εργκένεκον» έφεραν στο φως της δημοσιότητας νέες αποκαλύψεις για τη δραστηριότητα του παρακράτους στη γείτονα χώρα. Η ηγεσία των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ), ακολουθώντας επικοινωνιακή πολιτική, επιδιώκει να διαχωρίσει τη θέση της από τα κακώς κείμενα που διαδραματίστηκαν στους κόλπους της και πιθανότατα σχετίζονται με την παράνομη οργάνωση.

Τον τελευταίο καιρό, οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις βρίσκονται συνεχώς στην επικαιρότητα, εξαιτίας των νέων στοιχείων που προκύπτουν από τις συνεχιζόμενες έρευνες για την εξιχνίαση των εγκλημάτων και τον εντοπισμό των δραστών της υπόθεσης «Εργκένεκον». Την τελευταία περίοδο έλαβε χώρα ακόμη ένα κύμα συλλήψεων Κεμαλιστών, επωνύμων και ανωνύμων. Εντοπίστηκαν επίσης σε έρευνες υπολείμματα αποτεφρωμένων εγγράφων που οι φήμες θέλουν να αφορούν τα εγκλήματα που διέπραξε το παρακράτος στη νοτιοανατολική Τουρκία την περίοδο της πρωθυπουργίας της Τανσού Τσιλέρ. Το αποκορύφωμα, όμως, ήταν η ανακάλυψη σημαντικού αριθμού όπλων που ήταν θαμμένα σε απαγορευμένη στρατιωτική ζώνη που ανήκε σε ευαγές ίδρυμα, το περίφημο Ίδρυμα Εκπαίδευσης και Πολιτισμού Κωνσταντινουπόλεως (ISTEK Vakfi), που φέρεται να ανήκει στον τέως δήμαρχο της Πόλης, Μπεντρετίν Νταλάν. Οι αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο ο οπλισμός αυτός να ανήκει όντως στις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα των εξελίξεων και σε διάστημα μόλις ενός δεκαπενθημέρου, ο αρχηγός του τουρκικού Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Ιλκέρ Μπασμπούγ προσέφυγε στη χρήση επικοινωνιακών μεθόδων για να πάρει θέση στα φλέγοντα πολιτικά ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια και τη σταθερότητα της χώρας, αλλά κυρίως για να υπεραμυνθεί τις θέσεις των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων. Στην προγραμματισμένη συνέντευξη Τύπου, που πραγματοποιήθηκε στο Γενικό Επιτελείο, διάρκειας δυόμισι ωρών, ο τούρκος επιτελάρχης εξέφρασε την ανησυχία του για την εμπλοκή των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων στα σενάρια περί θαμμένων «οπλοστασιων» του παρακράτους από τα τουρκικά ΜΜΕ. Ο Μπασμπούγ θεώρησε προσβολή τα συμπεράσματα που έσπευσαν να βγάλουν ορισμένα κέντρα πριν ακόμη εξακριβωθεί η προέλευση των όπλων και αρνήθηκε ότι αυτά ανήκουν στις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις. Ωστόσο, ο στρατηγός ομολόγησε ότι τέτοιου είδους κρυψώνες όπλων και πολεμοφοδίων διέθεταν τουλάχιστον έως το 1998! Επίσης παραδέχτηκε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση ο εσωτερικός έλεγχος!

Ο στρατηγός εξέφρασε ακόμη την ανησυχία του για τη δεύτερη έκδοση του κατηγορητηρίου, που προβλέπει την κατάθεση μυστικών μαρτύρων στο πλαίσιο της ανακριτικής διαδικασίας. Σχετικά δε με την κατάθεση του Χ. Οζκιόκ, ο Μπασμπούγ δήλωσε ότι ο στρατηγός ζήτησε την παροχή υπηρεσιών από τη νομική υπηρεσία των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων η οποία και του παρήχθη εννόμως. Δεν λησμόνησε να συμπληρώσει, βέβαια, ότι οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι πιστές στις δημοκρατικές αρχές και διαδικασίες και δεν «στεγάζουν» άτομα που επιδίδονται σε αντιδημοκρατικές δραστηριότητες. Το σημείο αυτό ίσως περιείχε και το σημαντικότερο μήνυμα του στρατηγού. Πρόκειται στην ουσία για μια προσπάθεια αποποίησης κάθε ευθύνης του στρατού, ο οποίος μετράει τόσα πραξικοπήματα και «επεμβάσεις», για τα πλήγματα που έχει δεχτεί η Δημοκρατία στην Τουρκία πρόσφατα. Με άλλα λόγια ο Μπασμπούγ προσπάθησε να διασκεδάσει κάθε είδους υπόνοιας για συμμετοχή του στρατεύματος είτε σε παρακρατικές οργανώσεις είτε σε στρατιωτικά κινήματα που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο παρεμβαίνουν στην ήδη δύσβατη πορεία της χώρας προς τη Δημοκρατία!

Η υφιστάμενη κατάσταση δεν πρόκειται να αλλάξει εάν δεν αλλάξει πλήρως φιλοσοφία τόσο η ηγεσία του τουρκικού στρατεύματος όσο και των πολιτικών δυνάμεων. Διαφορετικά κάθε προσπάθεια εκδημοκρατισμού του συστήματος θα λαμβάνει διαστάσεις πολιτικών αντιποίνων τύπου «Εργκένεκον» και η ουσία θα χάνεται στα «χαρακώματα».

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 3/5/2009


Για περισσότερα...