25/2/10

Βουλγαρικό δικαστήριο ακύρωσε εκλογή μουσουλμάνου βουλευτή


(Τσιμουδιά!)

Με απόφαση της βουλγαρικής δικαιοσύνης ακυρώθηκε η εκλογή μουσουλμάνου βουλευτή που συμμετείχε στις πρόσφατες εκλογές με το φιλοτουρκικό κόμμα της Βουλγαρίας. Η εξέλιξη αυτή βαίνει προς την κατεύθυνση του οριστικού φραγμού στις παρεμβάσεις της Άγκυρας στην εκλογική διαδικασία στη Βουλγαρία.

Την εβδομάδα που πέρασε το Συνταγματικό Δικαστήριο της Βουλγαρίας αποφάσισε την ακύρωση της εκλογής του μουσουλμάνου βουλευτή Ρουσέν Μεχμέντ, ο οποίος είχε εκλεγεί βουλευτής από τον νομό Ντόμπριτς της Βουλγαρίας με το Κίνημα για τα Δικαιώματα και τις Ελευθερίες (ΚΔΕ), τα στελέχη του οποίου απαρτίζονται στη συντριπτική τους πλειοψηφία από μουσουλμάνους τουρκογενείς.

Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εκλογών, που διεξήχθησαν το περασμένο καλοκαίρι, ο πρόεδρος του βουλγαρικού κόμματος Τάξη, Νομιμότητα και Ασφάλεια, Γιάρε Γιάνεβ, είχε προσφύγει στο Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας με αίτημα την ακύρωση ψήφων που είχαν προέλθει από εκλογικά κέντρα που λειτούργησαν στην Τουρκία. Αφού εξέτασε την υπόθεση, το Δικαστήριο αποφάνθηκε προσφάτως ότι πάνω από 18.000 εκ των 93.000 ψήφων, οι οποίες προέρχονται από τα εκλογικά κέντρα που λειτούργησαν στην Τουρκία, είναι άκυρες. Έτσι, ο Ρουσέν Μεχμέντ εκπίπτει του αξιώματός του και η έδρα που κατείχε περιέρχεται στο κυβερνών κόμμα Βούλγαροι Πολίτες για την Ανάπτυξη της Ευρώπης. Από τους αντιπροέδρους του κόμματος ΚΔΕ ο Χρίστο Μπίσεροβ διαμαρτυρήθηκε για την απόφαση του Δικαστηρίου, σημειώνοντας ότι στις εκθέσεις των εμπειρογνωμόνων δεν σημειώθηκε καμία παρατυπία. Εντούτοις, ας σημειωθεί ότι η απόφαση της υπουργού Εξωτερικών της Βουλγαρίας, Ρουμιάνα Γιέλεβα, να θέσει σε διαθεσιμότητα τον πρέσβη της Άγκυρας λόγω παρατυπιών έχει εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο ήδη από τις αρχές Νοεμβρίου 2009.

Η βουλγαρική νομοθεσία επιτρέπει τη λειτουργία εκλογικών κέντρων στο εξωτερικό, εκεί «όπου το βουλγαρικό στοιχείο είναι έντονο. Έτσι, στην τελευταία εκλογική αναμέτρηση λειτούργησαν περίπου 200 εκλογικά κέντρα σε 58 ξένες χώρες. Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο 123 εκλογικά κέντρα, δηλαδή περισσότερα από τα μισά, λειτούργησαν στην Τουρκία. Από αυτά τα 36 λειτούργησαν στην Κωνσταντινούπολη, 26 στην Προύσα, 22 στη Σμύρνη, 15 στην Τσορλού (Τυρολόη), 6 στη Νικομήδεια κ.ά. Το δε εκλογικό αποτέλεσμα ήταν ανάλογο της κινητοποίησης. Συγκεκριμένα το ΚΔΕ πήρε 88.500 ψήφους (94,7%!) ενώ αύξησε το ποσοστό του πανεθνικά κατά 0,4% σε σχέση με τις βουλευτικές του 2005, σημειώνοντας αντίστοιχη αύξηση και στις έδρες: από 34 έδρες σε 38.

Ανεξάρτητα από το μέγεθος της νοθείας που σημειώθηκε κατά την εκλογική διαδικασία στα εκλογικά κέντρα που λειτούργησαν στην Τουρκία, γεγονός είναι ότι η Άγκυρα είχε παράσχει κάθε στήριξη για να κινητοποιηθούν τα προσφυγικά σωματεία, ώστε να εξασφαλιστεί η μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή στις βουλγαρικές εκλογές, με απώτερο στόχο να ενισχυθούν οι τάξεις του ΚΔΕ. Εξάλλου, η Υπηρεσία Αλλοδαπών της Ασφαλείας της Τουρκίας παρείχε διευκολύνσεις στην ανανέωση των αδειών παραμονής, ακόμη έως και δύο μόνο μέρες πριν από την εκλογική αναμέτρηση! Για δε εκείνους που αδυνατούσαν να ανταποκριθούν ακόμη και σε αυτό το τελευταίο κάλεσμα και επιθυμούσαν να μεταβούν στη Βουλγαρία για να ασκήσουν το δικαίωμά τους, οι τουρκικές αρχές είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν θα αντιμετωπίσουν κανένα εμπόδιο στην έξοδό τους από τη χώρα! Με τον τρόπο αυτόν η Άγκυρα στόχευε να κινητοποιήσει τους περισσότερους δυνατούς ψηφοφόρους στο ΚΔΕ, ώστε να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η θέση του στο βουλγαρικό πολιτικό σύστημα. Και αυτό γιατί ένα ισχυρό εκλογικό αποτέλεσμα του ΚΔΕ θα αποτελούσε έναν αποτελεσματικό μοχλό πίεσης για να προωθήσει τα εθνικά της συμφέροντα στη Βουλγαρία.

Η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Βουλγαρίας επιβεβαιώνει την τάση που υπάρχει στη γείτονα χώρα να μπει μια τάξη στο θέμα των εκλογικών κέντρων του εξωτερικού, όπου οι πιθανότητες νοθείας είναι μεγαλύτερες. Κι αυτό γιατί, όπως προκύπτει από τις αποκαλύψεις, επηρεάζεται άμεσα το εκλογικό αποτέλεσμα. Το γεγονός αυτό μας ενδιαφέρει και πολύ μάλιστα, καθώς η Άγκυρα εντείνει τις πιέσεις προς την Αθήνα για την επιστροφή της ελληνικής ιθαγένειας σε αρκετές δεκάδες χιλιάδες μουσουλμάνους της Θράκης οι οποίοι κατά το παρελθόν μεταναστεύοντας στην Τουρκία ή αλλού απώλεσαν τα δικαιώματά τους (βάσει του άρθρου 19). Μια ενδεχόμενη υπαναχώρηση της Αθήνας στο εν λόγω θέμα θα νομιμοποιήσει αυτόχρημα τις προσπάθειες της Άγκυρας να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα στη Θράκη -πράγμα που γίνεται ήδη με τη μετακίνηση χιλιάδων προερχόμενων από τη γείτονα- και κατά συνέπεια και σε πανεθνικό επίπεδο.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 21/2/2010

Για περισσότερα...

17/2/10

Τουρκική διαμεσολάβηση μεταξύ Βοσνίας και Σερβίας


(Reuters Pictures, 9/2/2010)

Nέα προσπάθεια διπλωματικής διαμεσολάβησης ανέλαβε η Τουρκία στον βαλκανικό χώρο. Η πρωτοβουλία της Άγκυρας να γεφυρώσει τις διαφορές μεταξύ Βελιγραδίου και Σαράγεβου είναι ενδεικτική των ηγεμονικών τάσεων της γείτονος στην περιοχή.

Ακόμη μια διαμεσολαβητική προσπάθεια της τουρκικής διπλωματίας ήρθε στο φως της δημοσιότητας προσφάτως. Κατόπιν πρωτοβουλίας του τούρκου υπουργού Εξωτερικών Α. Νταβούτογλου, στις συναντήσεις των υπουργών Εξωτερικών της Σερβίας Βουκ Γέρεμιτς και της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης Σβεν Αλκαλάι, σημειώθηκε πρόοδος προς την κατεύθυνση της ομαλοποίησης των τεταμένων σχέσεών τους.

Οι υπουργοί Εξωτερικών της Σερβίας, της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης και της Τουρκίας συναντήθηκαν την εβδομάδα που κύλησε στο πλαίσιο της πέμπτης κατά σειρά συνεδρίασης του Τριμερούς Συμβουλευτικού Μηχανισμού στην Άγκυρα. Ο εν λόγω μηχανισμός στοχεύει στη διευθέτηση των δυσεπίλυτων προβλημάτων μεταξύ Βελιγραδίου και Σαράγεβου. Η πρώτη συνεδρίαση του μηχανισμού πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2009. Έκτοτε καθιερώθηκε η συνάντηση των υπουργών σε μηνιαία βάση και λαμβάνει χώρα εναλλάξ σε καθεμία από τις πρωτεύουσες. Η σημαντικότερη επιτυχία που σημείωσε ο μηχανισμός είναι η συμφωνία που επήλθε μεταξύ των δύο ενδιαφερομένων μερών να αναβαθμίσουν τη διπλωματική τους αντιπροσωπεία σε επίπεδο πρεσβευτών. Έτσι, ήρθη ένα σημαντικό εμπόδιο για τη διαπίστευση βόσνιου πρεσβευτή στο Βελιγράδι.

Άλλοι στόχοι του τριμερούς μηχανισμού περιλαμβάνουν την εγκαθίδρυση ανοιχτής γραμμής επικοινωνίας μεταξύ των δύο υπουργών Εξωτερικών, την επίσκεψη του σέρβου Προέδρου Μπόρις Τάντιτς στη Βοσνία, όπου οι Τούρκοι ευελπιστούν ότι θα απευθύνει «συγγνώμη» για τα έκτροπα της Σρεμπρένιτσα, και τέλος, την επίσημη επίσκεψη του βόσνιου Προέδρου στο Βελιγράδι.

Η εξέλιξη αυτή έδωσε μια ανεπανάληπτη ευκαιρία στον αρχηγό της τουρκικής διπλωματίας να δηλώσει ότι πρόθεση της Άγκυρας είναι «να πάψουν τα Βαλκάνια να είναι ένας χώρος σύγκρουσης και έντασης και να επαναπροσδιοριστεί η έννοιά τους ως χώρου συνεργασίας και επίλυσης των προβλημάτων μέσω της διπλωματίας». Η δήλωση αυτή είναι αυτόχρημα επιβεβαιωτική του τουρκικού ενδιαφέροντος για άσκηση της επιρροής της Τουρκίας στην περιοχή. Ο τούρκος υπουργός, όπως προκύπτει από το περιβόητο σύγγραμμά του, θεωρεί τη Βοσνία μουσουλμανική χώρα παρά την έντονη σερβική και κροατική παρουσία, και ως εκ τούτου επιφυλάσσει στο Σαράγεβο έναν ρόλο προκεχωρημένου φυλακίου στο κέντρο σχεδόν της Ευρώπης. Εξ ου και το ενδιαφέρον της Άγκυρας να συμπαρασταθεί στη Βοσνία στη διεθνή και περιφερειακή σκηνή. Στο σημείο αυτό, ανατρέχει η μνήμη μας στους παρόμοιους μηχανισμούς που είχαν τεθεί σε λειτουργία στην τελευταία φάση του πολέμου της Βοσνίας.

Ήταν και πάλι η Άγκυρα που στις αρχές της περασμένης δεκαετίας ακολουθώντας το οζαλικής εμπνεύσεως «άνοιγμα» προς τα Βαλκάνια, είχε αναλάβει «διαμεσολαβητικό» ρόλο μεταξύ Κροατών και μουσουλμάνων. Το τουρκικό εγχείρημα έλαβε χώρα σε μία εξαιρετικά κρίσιμη καμπή για τους μουσουλμάνους, και με τις ευλογίες της Ουάσινγκτον προλείανε το έδαφος για τη σύσταση της κροατομουσουλμανικής ομοσπονδίας. Η κατάσταση σήμερα δεν είναι και τόσο διαφορετική από τότε. Το ομόσπονδο κράτος μη έχοντας σημειώσει την απαιτούμενη πρόοδο κινδυνεύει να καταρρεύσει. Γιατί αφενός η συνομοσπονδία με τους Κροάτες αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα, και αφετέρου οι Σέρβοι της Βοσνίας δεν φαίνεται να είναι ικανοποιημένοι από αυτήν τη «συμβίωση». Σε μια τέτοια ζοφερή εικόνα, εμφανίζεται και πάλι η Άγκυρα να προσφέρει τις «καλές της υπηρεσίες» στους μουσουλμάνους, απομακρύνοντας τον κίνδυνο και ανανεώνοντας τους συμμαχικούς δεσμούς με το Σαράγεβο.

Ανεξάρτητα από το τι επιφυλάσσει το μέλλον στην εν λόγω σερβομουσουλμανική προσέγγιση, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η αμεροληψία μιας χώρας όπως η Τουρκία, με ειδικούς δεσμούς φιλίας και σχέσεις με τους Βόσνιους (μουσουλμάνους), όπως και τότε με τους Κροάτες, λόγω κυρίως της κοινής θρησκείας τους, ελέγχεται.

Αναρωτιέται, λοιπόν, εύλογα κανείς πώς είναι δυνατό μια χώρα που έχει θέσει στόχο της να ηγηθεί του ισλαμικού κόσμου, όπως προκύπτει από τις ενέργειές της στα πλαίσια της Ισλαμικής Διάσκεψης, αλλά και του ΟΗΕ, να τηρήσει μια αμερόληπτη στάση έναντι των μη μουσουλμανικών λαών της βαλκανικής χερσονήσου.

Εξίσου ανεξήγητη παραμένει όμως και η απαθής στάση που τηρεί η Αθήνα. Δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει στον μηχανισμό -ενδεχομένως μαζί και με την Κροατία- ως αντιστάθμισμα της τουρκικής επιρροής; Ή να αναλάβει η ίδια ως κράτος μέλος της ΕΕ ανάλογες πρωτοβουλίες; Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Νοτιοανατολική Ευρώπη προσφέρεται ως ο καταλληλότερος χώρος για να επανακτήσει η ελληνική διπλωματία τη χαμένη της δυναμική.


Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 14/2/2010

Για περισσότερα...

11/2/10

Η Δυτική Θράκη και οι κινήσεις της Άγκυρας



Επαφές με την τουρκική πολιτική ηγεσία είχε προσφάτως «αντιπροσωπεία» μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης. Η χρονική στιγμή της επίσκεψης προκαλεί ανησυχίες και εγείρει ερωτήματα για τις προθέσεις της Άγκυρας.

Την εβδομάδα που πέρασε, ομάδα μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης επισκέφτηκε την Τουρκία. Η αυτοαποκαλούμενη «Αντιπροσωπεία της Τουρκικής Μειονότητας της Δυτικής Θράκης», απαρτιζόμενη από άτομα γνωστά για τις ιδιαίτερα στενές τους σχέσεις με την Άγκυρα, όπως οι ψευδομουφτήδες Αχμέτ Μετέ και Ιμπραήμ Σερίφ, είχε επαφές με τους ανώτερους πολιτικούς και πολιτειακούς θεσμούς της γείτονας χώρας. Διακρίνουμε τις επισκέψεις τους στην τουρκική Εθνοσυνέλευση και τις συζητήσεις τους με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Α. Γκιουλ, τον πρωθυπουργό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τον υπουργό Εξωτερικών Α. Νταβούτογλου.

Κατά τις εν λόγω επαφές οι επικεφαλής είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν στην Άγκυρα, την οποία θεωρούν «μητέρα πατρίδα», αιτήματα αναφορικά με την ενίσχυση της θέσης τους στην Ελλάδα, τα οποία συχνά παραβλέπουν ή ακυρώνουν το υφιστάμενο καθεστώς που ορίζει η Συνθήκη της Λωζάννης. Ένα από τα αιτήματά τους ήταν η επιστροφή της ελληνικής υπηκοότητας σε όσους κηρύχτηκαν έκπτωτοι της ιθαγένειας βάσει του αρθ. 19, το οποίο τροποποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Οι επικεφαλής της αντιπροσωπείας συγκεκριμένα ζήτησαν τη μεσολάβηση της τουρκικής κυβέρνησης για την επιστροφή της ελληνικής υπηκοότητας σε πάνω από 60.000 μουσουλμάνους, επιδίωξη που αν πραγματοποιηθεί θα έχει δυσχερείς συνέπειες στην πληθυσμιακή ισορροπία στην περιοχή, επιτρέποντας τον νόμιμο επαναπατρισμό όσων εγκατέλειψαν τη χώρα. Άλλη συνέπεια μιας τέτοιας πράξης έχει να κάνει με την ήδη προ καιρού ανατραπείσα ισορροπία μεταξύ της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινουπόλεως και της μουσουλμανικής στη Δυτική Θράκη. Στην περίπτωση αυτή, όχι μόνο θα αυξηθεί η πληθυσμιακή σχέση εις βάρος της ελληνικής μειονότητας της Πόλης, που ήταν το μέτρο σύγκρισης κατά τις διαπραγματεύσεις της Συνθήκης της Λωζάννης, έναντι της μουσουλμανικής μειονότητας, αλλά θα αυξηθεί και το στοιχείο εκείνο που πρόσκειται στην Άγκυρα, εις βάρος των υπόλοιπων νομοταγών πολιτών μουσουλμανικού θρησκεύματος στη Θράκη.

Εξάλλου, οι Ιμπραήμ Σερίφ και Αχμέτ Μετέ αναφέρθηκαν και στον νόμο που ψηφίστηκε επί κυβέρνησης Καραμανλή, βάσει του οποίου το ελληνικό Δημόσιο διορίζει μουσουλμάνους θρησκευτικούς λειτουργούς (ιμάμηδες) - κάτι που δεν έκανε ουδέποτε η Τουρκία για τους ελληνορθόδοξους κληρικούς. Επανέλαβαν, δηλαδή, τις γνωστές τους αντιρρήσεις για τον διορισμό των ιμάμηδων κατόπιν επιλογής τους από επιτροπή που απαρτίζεται από «χριστιανούς» (sic), όπως την αποκάλεσαν.

Και αυτό γιατί με την εφαρμογή του εν λόγω νόμου προφανώς οι ψευδομουφτήδες αισθάνονται ότι περιορίζεται το πεδίο δράσης τους και μειώνεται η επιρροή που ασκούν. Άλλα αιτήματά τους είχαν να κάνουν με την αναγνώριση των ελληνικών διπλωμάτων στην Τουρκία, τον αυτοπροσδιορισμό τους ως «Τούρκοι», τη χρήση του όρου αυτού στις οργανώσεις τους κ.λπ.
Η χρονική στιγμή κατά την οποία εκπρόσωποι της μειονότητας συνήψαν επαφές με την πολιτική ηγεσία της γείτονας χώρας δεν είναι τυχαία. Υπενθυμίζουμε ότι η εν λόγω επίσκεψη έλαβε χώρα λίγο μετά τη διακοίνωση της μάλλον άμοιρης σθένους επιστολής του έλληνα πρωθυπουργού προς τον τούρκο ομόλογό του, ο οποίος είχε θέσει θέμα «επίλυσης» -όπως την εννοεί η Άγκυρα- των κρίσιμων διμερών θεμάτων: Αιγαίο - Κύπρος - Θράκη. Η έλλειψη αποφασιστικότητας της ελληνικής πλευράς να ορθώσει το ανάστημά της ενώπιων των αυξανόμενων απαιτήσεων της Άγκυρας, επόμενο ήταν να εκληφθεί από την τουρκική ηγεσία ως μήνυμα αδυναμίας της Αθήνας.

Έτσι, δεν θα πρέπει να εκπλαγεί κανείς αν στο άμεσο διάστημα αυξηθούν οι τουρκικές πιέσεις, αντί της ειρηνικής διαβίωσης και συνεργασίας μεταξύ των δύο λαών που θα επιθυμούσε να δει η Αθήνα. Και αυτό γιατί το μουσουλμανικό στοιχείο της Δυτικής Θράκης που πρόσκειται στην Άγκυρα και διαβιοί στην Τουρκία δεν επαναπαύεται. Σύλλογός τους με έδρα τη Σμύρνη διοργάνωσε προσφάτως εορταστικές εκδηλώσεις με αφορμή την «29η Ιανουαρίου», ημέρα «Εθνικής Αντίστασης» των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης! Η επιλογή της ημερομηνίας συνδέεται με τη δράση του αποθανόντα Σαντίκ Αχμέτ, του φανατικότερου οπαδού της Άγκυρας στη Δ. Θράκη, το 1988…

Οι παραπάνω ενδείξεις συνηγορούν στο ότι η Άγκυρα δεν ενδιαφέρεται απλώς και μόνο να αυξήσει την επιρροή της στη Δυτική Θράκη. Τέλος, ας αναφερθούμε και στη διεθνή συγκυρία, η οποία ευνοεί την εφαρμογή των σχεδίων της Άγκυρας στη Δ. Θράκη. Η έκθεση, φερ' ειπείν, για τις Θρησκευτικές Ελευθερίες και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των Μη Μουσουλμανικών Μειονοτήτων στην Τουρκία και της Μουσουλμανικής στην Ελλάδα, η οποία υιοθετήθηκε λίγες μόλις μέρες πριν, την 27η Ιανουαρίου, προωθεί ακριβώς σχέδια κατάλυσης βασικών αρχών της Συνθήκης της Λωζάννης!

Η Αθήνα θα πρέπει να κατανοήσει ότι το θέμα της Θράκης έχει εισέλθει σε επικίνδυνη φάση και θα πρέπει να κινηθεί με την απαιτούμενη προσοχή και αποφασιστικότητα τόσο στη διεθνή σκηνή, όσο και στο εσωτερικό της χώρας, αρχής γενομένης με τον περιορισμό των στοιχείων εκείνων που δρουν ανεξέλεγκτα στη Θράκη ως εκπρόσωποι της Άγκυρας!

K. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 07/02/2010


Για περισσότερα...

4/2/10

Οι διασκέψεις για το Αφγανιστάν και η Τουρκία


Έντονο ενδιαφέρον επιδεικνύει η Τουρκία για τα θέματα που απασχολούν το πολύπαθο Αφγανιστάν, όπως προκύπτει από τις πρόσφατες Συνόδους Κορυφής που φιλοξενήθηκαν στην
Κωνσταντινούπολη. Η στάση της τουρκικής διπλωματίας σχετίζεται άμεσα με τις προσπάθειες που καταβάλλει η Άγκυρα για την ενίσχυση του διεθνούς της κύρους.

Tην εβδομάδα που κύλησε, η τουρκική διπλωματία βρέθηκε στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων αναφορικά με το Αφγανιστάν, καθώς φιλοξένησε διαδοχικά, μέσα σε λίγα μόλις εικοσιτετράωρα, δύο διασκέψεις σε τουρκικό έδαφος. Η πρώτη αφορούσε την καθιερωμένη ετήσια Τριμερή Σύνοδο Κορυφής μεταξύ Αφγανιστάν, Πακιστάν και Τουρκίας. Στη Σύνοδο συμμετείχαν ο αφγανός Πρόεδρος Χαμίντ Καρζάι, ο Πρόεδρος του Πακιστάν Ασίφ Αλί Ζαρνταρί και ο τούρκος Πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιουλ. Η εν λόγω σύνοδος ήταν η τέταρτη σε μια σειρά τριμερών συνόδων, οι οποίες εγκαινιάστηκαν τον Απρίλιο του 2007 στην Άγκυρα. Η συνάντηση είχε μάλλον τυπικό χαρακτήρα, καθώς, όπως προκύπτει και από το κοινό ανακοινωθέν, τα μέρη περιορίζονται στο να αναφέρουν απλώς την πρόοδο που σημείωσε η τριμερής διαδικασία στα θέματα της περιφερειακής συνεργασίας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις συζητήσεις για μια ευρύτερη οικονομική συνεργασία στην οποία ενεργό συμμετοχή θα έχει ο ιδιωτικός τομέας, καθώς επίσης και στη συνεργασία στα θέματα ασφάλειας και πληροφόρησης.
Στον συγκεκριμένο αυτόν τομέα, οι τρεις Πρόεδροι συμφώνησαν για τη συνέχιση της υφιστάμενης συνεργασίας με ιδιαίτερη βαρύτητα στα θέματα εκπαίδευσης προσωπικού και στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

Η δεύτερη διοργάνωση με τίτλο Σύνοδος Κορυφής Κωνσταντινούπολης για τη Φιλία και τη Συνεργασία στην καρδιά της Ασίας αποσκοπούσε να προσφέρει το απαραίτητο διεθνές πλαίσιο για τη συζήτηση περί των τρόπων συμπαράστασης και συνδρομής στην κυβέρνηση της Καμπούλ.
Στη Σύνοδο συμμετείχαν εκπρόσωποι των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Κίνας, της Αγγλίας και πολλών περιφερειακών κρατών και διεθνών Οργανισμών. Όπως προκύπτει από το κοινό ανακοινωθέν, τα μέρη φαίνεται να συμφωνούν ότι η κατάσταση στο Αφγανιστάν αφορά όλη τη διεθνή κοινότητα και ότι η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, πηγής αστάθειας για όλη την περιοχή, πρέπει να γίνει από κοινού. Στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν οι Πρόεδροι Γκιουλ και Καρζάι αμέσως μετά το πέρας των εργασιών, τονίστηκε η σημασία εξεύρεσης τρόπου «επανένταξης» των Ταλιμπάν στο αφγανικό «πολιτικό σύστημα», άποψη που συζητήθηκε διεξοδικότερα στο Λονδίνο.

Το ενδιαφέρον της Άγκυρας να φιλοξενήσει τέτοιου είδους διεθνείς διοργανώσεις στο έδαφός της, προσφέροντας «καλές υπηρεσίες» στα εμπλεκόμενα μέρη, για την εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης στο ζήτημα, κρύβει πολλές πτυχές. Κατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Τουρκία μολονότι δεν θα αποστείλει επιπρόσθετους στρατιώτες στο τρέχον στάδιο, παραμένει μία από τις σημαντικές χώρες που συμμετέχουν στη ΝΑΤΟϊκή αποστολή, τα ανώτερα αξιώματα της οποίας κατείχαν ακόμη και πρώην τούρκοι υπουργοί. Να σημειωθεί ακόμη ότι η Άγκυρα έχει χρηματοδοτήσει την ανέγερση αρκετών δεκάδων σχολικών κτιρίων στο Αφγανιστάν και ας μην εκπλαγεί κανείς αν την ευθύνη της λειτουργίας τους την αναλάβουν ισχυρές αδελφότητες που εκπροσωπούν την «τουρκοϊσλαμική σύνθεση». Να αναφέρουμε ακόμη ότι με πρόσχημα την κατάσταση στο Αφγανιστάν, επανήλθε το ζήτημα της σύστασης διεθνούς ισλαμικής στρατιωτικής δύναμης στα πρότυπα της ειρηνευτικής δύναμης της Αφρικανικής
Ένωσης, που εποπτεύεται από τον ΟΗΕ.

Το ζήτημα έχει ανακινήσει και πάλι -έπειτα από τις αποτυχημένες προσπάθειες στις αρχές της δεκαετίας του 1990- εδώ και λίγο διάστημα ο τούρκος γενικός γραμματέας της Ισλαμικής Διάσκεψης, Ε. Ιχσάνογλου, όπως ομολογεί ο ίδιος σε συνέντευξη που παραχώρησε προσφάτως σε ημερήσιο φύλλο μετά τη Σύνοδο, στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος. Η υλοποίηση του σχεδίου δεν είχε αίσιο τέλος, όπως αποκαλύπτει, καθώς προσέκρουσε σε αντιρρήσεις κρατών μελών της Διάσκεψης, γεγονός που απαιτεί περαιτέρω διαβουλεύσεις. Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε τη ματαιοδοξία της Τουρκίας να επιχειρήσει να «φιγουράρει» μεταξύ των χωρών εκείνων που διοργάνωσαν την περίοδο αυτή διεθνή συνέδρια για το Αφγανιστάν, όπως η Ρωσία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Με τον τρόπο αυτό, η Άγκυρα δεν επιδιώκει παρά να καλλιεργήσει μια διεθνή εικόνα ανερχόμενης «δύναμης», η οποία υποτίθεται ότι μπορεί να έχει λόγο στα πράγματα της περιοχής!

Για μία ακόμη φορά η τουρκική διπλωματία επιχειρεί να αποκτήσει διεθνή ερείσματα μέσα από την προσπάθεια ανάμειξής της στην επίλυση διεθνών ζητημάτων. Οι εν λόγω προσπάθειες όχι μόνο είναι συχνά αναποτελεσματικές, αλλά ισοδυναμούν και με την υποχώρηση των εθνικών συμφερόντων εκείνων που αναζητούν τη συνδρομή της Άγκυρας προς όφελος των τουρκικών συμφερόντων.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 31/01/2010

Για περισσότερα...

27/1/10

Επιχείρηση «Βαριά» και προσπάθεια εμπλοκής της Ελλάδας



(Σκίτσο του Χασλέτ Σογιόζ, "Μιλιέτ", 26/01/2010)

Νέες αποκαλύψεις ήρθαν στο φως της δημοσιότητας για τα σχέδια ανατροπής του Ισλαμικού κόμματος ΑΚΡ από τον τουρκικό στρατό. Ωστόσο, τα σχέδια επέμβασης δεν αφορούν μόνο το ΑΚΡ, αλλά επιδιώκουν να εμπλέξουν και την Ελλάδα, γεγονός που αποδεικνύει την αντίληψη των στρατιωτικών περί της «ελληνο-τουρκικής φιλίας».

Ακόμη ένα σχέδιο επέμβασης του τουρκικού στρατού στα πολιτικά πράγματα της γείτονας αποκάλυψε η ημερήσια «Ταράφ» την εβδομάδα που πέρασε. Το σχέδιο αφορά την περίοδο μετά την άνοδο του ισλαμικού κόμματος ΑΚΡ στην εξουσία το 2002 και εμπεριέχει ένα εμπεριστατωμένο σχέδιο δράσης για την ανατροπή της κυβέρνησης. Το σχέδιο «Βαριά» (Balyoz), όπως ονομάζεται το σχέδιο επέμβασης, στοχεύει στην «προάσπιση του λαϊκού χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος» θεωρώντας «εχθρική» για την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων την ισλαμική κυβέρνηση. Το ογκώδες σχέδιο, το οποίο θυμίζει ίσως σενάρια από πολεμικές ταινίες του Χόλυγουντ, εμπνέεται από το σχέδιο «Σημαία» (Bayrak), που έφερε στην εξουσία τους στρατιωτικούς το Σεπτέμβριο του 1980. Συγκεκριμένα, προβλέπει την ενεργό συμμετοχή περίπου 200 στρατηγών και αξιωματικών επιφορτισμένων με την υλοποίηση διαφόρων φάσεων του σχεδίου με στόχο, την ανατροπή της κυβέρνησης και την υποκατάστασή της από ένα «κηδεμονευόμενο» καθεστώς.

Χαρακτηριστικό του σχεδίου «Βαριά», είναι η εκτεταμένη χρήση μεθόδων ψυχολογικού πολέμου, που στοχεύουν στην πρόκληση έντασης με τον «εσωτερικό και τον εξωτερικό εχθρό». Το εν λόγω σχέδιο εμπεριέχει άλλα τρία σχέδια προς αυτήν την κατεύθυνση. Τα Σχέδια «Σεντόνι» (Çarşaf) και «Γενειάδα» (Sakal) προέβλεπαν την πρόκληση αιματηρών επεισοδίων κατά την προσευχή της Παρασκευής στα τζαμιά της Πόλης Φατίχ και Μπαγιαζίτ, αντιστοίχως. Τα εν λόγω επεισόδια, αφού θα είχαν πάρει «ανεξέλεγκτες» διαστάσεις, θα πρόσφεραν την απαραίτητη δικαιολογία στους στρατιωτικούς να επέμβουν και να ελέγξουν την πολιτική ζωή του τόπου. Το τρίτο σχέδιο «Καταιγίδα» (Οraj), που μας αφορά, προβλέπει την κορύφωση της έντασης στο Αιγαίο με διάδοση ανυπόστατων πληροφοριών και την πρόκληση θερμού επεισοδίου, το οποίο θα κατέληγε σε κατάρριψη ακόμη και τουρκικού πολεμικού αεροσκάφους από τους ίδιους τους Τούρκους! Και το επεισόδιο θα συνοδεύονταν από κινητοποίηση και στη Θράκη! Η πρόκληση θερμού επεισοδίου στόχευε να κατηγορηθεί η ισλαμική κυβέρνηση ως ανίκανη προάσπισης των τουρκικών εθνικών συμφερόντων.

Το δελτίο Τύπου το οποίο εξέδωσε το τουρκικό Γενικό Επιτελείο Στρατού μετά την αποκάλυψη της «Ταράφ» έρχεται να επιβεβαιώσει το σχεδιασμό ποικίλων ψυχολογικών επιχειρήσεων εις βάρος μας. Μολονότι απέρριψε τις κατηγορίες περί πραξικοπήματος, αποδέχτηκε ότι το «Σχέδιο Βαριά» είχε εκπονηθεί στα πλαίσια ασκήσεων «Ασφάλειας και Δημόσιας Τάξης»! Και αυτή η δήλωση-ομολογία αποτελεί αδιάσειστο στοιχείο για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων, που άμεσα ή έμμεσα επιβουλεύονται την εθνική μας κυριαρχία στο Αιγαίο και στη Θράκη.

Η χρονική στιγμή της αποκάλυψης, βέβαια, προκαλεί εντύπωση, καθώς η τουρκική δικαιοσύνη εκδίκαζε την προσφυγή του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος για ακύρωση νόμου ο οποίος ψηφίστηκε πριν από έναν χρόνο και βάσει του οποίου τα πολιτικά δικαστήρια θα ήταν ικανά να δικάσουν στρατιωτικούς για ορισμένης κατηγορίας αδικήματα. Επίσης παρατηρούμε ότι αναθερμαίνεται η συζήτηση περί αναθεώρησης κάποιων άρθρων του στρατιωτικού συντάγματος του 1982 και έμμεσα ενδιαφέρουν και τους στρατιωτικούς. Ακόμη, θα πρέπει κανείς να υπενθυμίσει τις συνθήκες που επικρατούσαν στην εγγύς της Τουρκίας περιοχή την περίοδο που καταστρωνόταν το «Σχέδιο Βαριά»: Οι ΗΠΑ ετοιμάζονταν να επέμβουν στο Ιράκ για να ανατρέψουν το καθεστώς Χουσεΐν. Άραγε λειτούργησε ανασταλτικά ο διεθνής παράγων στην εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου; Αν ναι, τότε γιατί οι Αμερικανοί μετά την απόρριψη του αιτήματος χρήσης του τουρκικού εδάφους την 1η Μαρτίου 2003 δεν στήριξαν τους στρατιωτικούς; Τα ερωτήματα για τις εσωτερικές και τις διεθνείς συγκυρίες της περιόδους εκείνης είναι περίπλοκα.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι σχέσεις στρατού και ισλαμικού κόμματος ΑΚΡ κινούνται σε τροχιά έντασης και ρήξης αρκετό καιρό. Είναι δε ιδιαίτερα ανησυχητική η διαπίστωση ότι σχέδια των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων προσβλέπουν στη χρησιμοποίηση της χώρας μας ως άλλοθι σε μία ενδεχόμενη επέμβαση του στρατού στα πολιτικά πράγματα της γείτονας. Το πιο ανησυχητικό απ’ όλα, όμως, είναι ότι η ύπαρξη τέτοιων σχεδίων ομολογείται ανερυθρίαστα από τους στρατιωτικούς ακυρώνοντας, εκ των πραγμάτων, τις τελευταίες εκδοχές της «ελληνο-τουρκικής φιλίας».

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος
kbocporitis.jr@gmail.com

Το Παρόν της Κυριακής - 24/01/2010


Για περισσότερα...

20/1/10

Ο ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ «ΤΟΥΡΚΟΪΣΡΑΗΛΙΝΟΥ ΑΞΟΝΑ» ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΙ


(AP Photo, 11 Ιανουαρίου 2010)

Στα πρόθυρα της απόλυτης ρήξης έφτασαν οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις μετά το πρόσφατο διπλωματικό επεισόδιο στο Τελ Αβίβ. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τον γενικότερο προσανατολισμό της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή και όχι μόνο.

Το νέο διπλωματικό επεισόδιο που σημειώθηκε μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ, στο οποίο εμπλέκονται ο ισραηλινός υφυπουργός Εξωτερικών Ντανιέλ Αγιαλόν και ο τούρκος πρέσβης Ογούζ Τσελίκολ, επιβεβαιώνει περίτρανα την άποψη ότι οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις βρίσκονται εδώ και κάποιο διάστημα σε τροχιά ρήξης.

Οι σχέσεις των δύο χωρών διήνυσαν ήδη μια μακρά περίοδο έντασης ξεκινώντας από: α) Τη διακοπή των συροϊσραηλινών διαπραγματεύσεων, στις οποίες η Άγκυρα είχε αναλάβει (υποτίθεται) τον ρόλο του διαμεσολαβητή, β) τη δημόσια αποδοκιμασία, λίγο μετά, του ισραηλινού Προέδρου στο Νταβός και γ) τον αποκλεισμό, το φθινόπωρο, της ισραηλινής αεροπορίας από κοινές ασκήσεις διεξαγόμενες σε τουρκικό έδαφος, στις οποίες συμμετείχαν και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η πρόσφατη προσβολή του τούρκου πρέσβη από τους Ισραηλινούς είναι δηλαδή απόρροια μιας σχετικά μακρόχρονης τριβής στις σχέσεις των δύο χωρών και δεν πρέπει να θεωρηθεί «κεραυνός εν αιθρία».

Οι λόγοι που οδήγησαν σε κατάρρευση τον τουρκοϊσραηλινό άξονα είναι πολύπλοκοι. Μπορούν να συνοψιστούν στην αλλαγή στάσης των δύο πλευρών εξαιτίας της επελθούσας αλλαγής στα εθνικά συμφέροντά τους. Και αυτή η αλλαγή αποτυπώθηκε με τον πιο έντονο τρόπο κυρίως στην εξωτερική πολιτική που εφήρμοσε η Άγκυρα στην περιοχή, καθώς τα περιθώρια ελιγμών των Ισραηλινών στην περιοχή είναι στενά και λίγο ως πολύ δεδομένα. Η Τουρκία, λοιπόν, ακολουθεί απροκάλυπτα πλέον, λόγω ίσως και του ιδεολογικού προσανατολισμού που ιδιάζει στην ισλαμική κυβέρνηση του ΑΚΡ, μια πολιτική προσέγγισης –αν όχι και ανοιχτής στήριξης– των ισλαμικών και ριζοσπαστικών καθεστώτων και κινημάτων στη Μέση Ανατολή.
Οι προσπάθειες προσέγγισης της Άγκυρας με: α) την Τεχεράνη, που αν τελικά ευοδωθούν θα προσφέρουν διέξοδο στο καθεστώς των μουλάδων, β) τη Συρία, η οποία έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με το Ισραήλ και γ) τα κινήματα ισλαμικού χαρακτήρα, όπως η Χαμάς (Γάζα) κ.λπ., δεν είναι παρά απτές αποδείξεις της εν λόγω νέας πορείας.

Η στάση της ισλαμικής κυβέρνησης ΑΚΡ, ωστόσο, δεν έχει ενοχλήσει μόνο το Ισραήλ, όπως πολλοί πιστεύουν. Πρόσφατες τουρκικές ενέργειες έφεραν στην επιφάνεια μια από καιρό υφέρπουσα ένταση στις σχέσεις και με άλλες περιφερειακές χώρες. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η Αίγυπτος. Η εν λόγω ένταση εκφράστηκε με χαρακτηριστικό τρόπο και με αφορμή ανθρωπιστική αποστολή προοριζόμενη για τη Λωρίδα της Γάζας. Η αποστολή, στην οργάνωση της οποίας φαίνεται ότι συμμετείχαν και τουρκικές οργανώσεις, αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα από τις αιγυπτιακές αρχές διασχίζοντας τα χερσαία σύνορα για να εισέλθει στη Γάζα (από την Αίγυπτο). Η αιγυπτιακή στάση ερμηνεύτηκε από την πλειονότητα των τούρκων αναλυτών ως ένδειξη δυσαρέσκειας του καθεστώτος Μουμπάρακ προς την Τουρκία.
Συγκεκριμένα το Κάιρο είναι έντονα ενοχλημένο από τη στήριξη που παρέχει η ισλαμική κυβέρνηση της Τουρκίας στη Χαμάς, καθώς την προσλαμβάνει ως προσπάθεια υπονόμευσης του «ρόλου» του στην επίλυση του Παλαιστινιακού, αλλά και γενικότερα της θέσης του στον αραβικό και ισλαμικό κόσμο.

Τα παραπάνω στοιχεία συνηγορούν στο ότι η Άγκυρα έχει απολέσει εκ των πραγμάτων τον χαρακτήρα ουδέτερης χώρας, τον οποίο πρόβαλλε ως πρόσχημα για την ανάμειξή της στις περιφερειακές διαφορές, επιδιώκοντας ουσιαστικά την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων. Κυρίως, όμως, αποδεικνύουν την απομάκρυνση της ισλαμικής κυβέρνησης ΑΚΡ από την Ουάσινγκτον, πλησιάζοντας ολοένα και περισσότερο τη Ρωσία και την «αντι-αμερικανική» παράταξη. Η Αθήνα και η Λευκωσία δεν έχουν παρά να δώσουν βάση στους υπό διαμόρφωση νέους συσχετισμούς δυνάμεων στην περιοχή, καθώς προσφέρονται σημαντικές ευκαιρίες βελτίωσης των θέσεών μας στο διεθνές στερέωμα και –με κατάλληλο συντονισμό και δράση– για τη θετική έκβαση των χρόνιων ζητημάτων που αντιμετωπίζουμε.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 17/1/2010

Για περισσότερα...

13/1/10

Για την επαναλειτουργία της Χάλκης η Άγκυρα ζητά ανταλλάγματα στη Δυτική Θράκη


Aνταλλάγματα στη Δυτική Θράκη ζητά επίμονα η Άγκυρα για να παραχωρήσει άδεια επαναλειτουργίας στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Τα αιτήματα της τουρκικής ηγεσίας, η οποία επιδιώκει τη μονόπλευρη εφαρμογή της αρχής της αμοιβαιότητας, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς επιβεβαιώνουν την ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου τουρκοποίησης/μουσουλμανοποίησης μέρους της ελληνικής επικράτειας.

Με αφορμή τη θύελλα που προκάλεσε η κατάθεση του Οικουμενικού Πατριάρχη σε αμερικανικό τηλεοπτικό σταθμό αναφορικά με τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης του ελληνορθόδοξου στοιχείου στην Τουρκία, η Άγκυρα αύξησε τις πιέσεις της προς την Αθήνα για την εκ μέρους της παραχώρηση ανταλλαγμάτων στη Δ. Θράκη.

Την εβδομάδα που κύλησε, η τουρκική ηγεσία εξαπέλυσε ένα προσεγμένο επικοινωνιακό σχέδιο για να κλέψει τις εντυπώσεις στο θέμα της επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, αυτοπροβαλλόμενη με τον τρόπο αυτόν ως «διαλλακτική» χώρα στη διεθνή κοινή γνώμη. Ο ισλαμιστής πρωθυπουργός της χώρας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο τουρκικό περιοδικό «Κριτέρ», τηρεί μια σκληρή στάση έναντι του θέματος, επικαλούμενος νομικά κωλύματα, τα οποία «αναφύονται» από το εκπαιδευτικό σύστημα της γείτονος χώρας. Στην εν λόγω συνέντευξη, ο Ερντογάν βρήκε την ευκαιρία να επανέλθει στο θέμα της Δ. Θράκης, το οποίο είχε θίξει κοντά σε άλλα (Αιγαίο, Κύπρος) με επιστολή που απηύθυνε προς τον έλληνα πρωθυπουργό προ ολίγων εβδομάδων. Ο ισλαμιστής ηγέτης ζητά από την Αθήνα να προβεί βάσει της αρχής της αμοιβαιότητας σε παραχωρήσεις όσον αφορά τα αιτήματα της μουσουλμανικής μειονότητας της Δ. Θράκης, σε αντιστάθμισμα της επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Συγκεκριμένα ζητά ευνοϊκές ρυθμίσεις στο θέμα της εκλογής του Μουφτή, της αντιμετώπισης της μουσουλμανικής ηγεσίας, της μείωσης της ανεργίας στις τάξεις της μειονότητας και της δράσης των μειονοτικών συλλόγων. Ο Πρόεδρος, Αμπντουλάχ Γκιουλ, από τη μεριά του, φάνηκε πιο συγκρατημένος και διαλλακτικός. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο CNN-Turk, τάχθηκε κατά των διακρίσεων προς τους μη μουσουλμάνους πολίτες της χώρας και επεσήμανε ότι η εφαρμογή της αρχής της αμοιβαιότητας στα θέματα της αναγνώρισης των μειονοτικών δικαιωμάτων τον βρίσκει αντίθετο. Ωστόσο, ο Γκιουλ σημείωσε ότι οι «συνθήκες» υπό τις οποίες διαβιώνουν οι μουσουλμανικές μειονότητες σε γειτονικές χώρες, κράτη μέλη της ΕΕ, υπονοώντας την Ελλάδα, «εμποδίζουν τη λήψη των επιθυμητών μέτρων» εκ μέρους της Άγκυρας.

Υπέρ του τουρκικού αιτήματος για ελληνικές παραχωρήσεις βάσει της αρχής της αμοιβαιότητας τάχθηκε και μερίδα του τουρκικού Τύπου. Η ημερήσια «Μιλιέτ» πρόβαλε το θέμα στο πρωτοσέλιδό της, ενώ η «Χουριέτ» φιλοξένησε αναλύσεις που αναφέρονταν στο συγκεκριμένο θέμα, όπως εκείνη του Σουκρού Κιουτσούκσαχιν (Μικρός Ιέραξ). Στο άρθρο του ο Κιουτσούκσαχιν υποστηρίζει ότι η Άγκυρα δεν έχει κανένα δισταγμό αναφορικά με την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής, αλλά σημειώνει ότι αυτό εξαρτάται από τη στάση που θα τηρήσει η Αθήνα και τα ανταλλάγματα που θα δεχθεί να παραχωρήσει. Και συνεχίζει αποκαλύπτοντας τις προτάσεις που έχουν γίνει στην ελληνική κυβέρνηση για: α) τη χρήση του όρου «τουρκικό» για τις μειονοτικές οργανώσεις και συλλόγους, β) την παραχώρηση άδειας ανίδρυσης τεμένους στην ελληνική πρωτεύουσα και γ) την παραχώρηση νεκροταφείου σε μουσουλμάνους μετανάστες, οι οποίοι αναγκάζονται να μεταφέρουν τις σoρούς των αποθανόντων ομόθρησκών τους στη Θράκη!

Ας σημειωθεί ακόμη ότι ο τουρκικός Τύπος έδωσε έμφαση στο περιεχόμενο της έκθεσης της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΚΣΣΕ) αναφορικά με τις μη μουσουλμανικές μειονότητες της Τουρκίας και τη μουσουλμανική μειονότητα στη Δ. Θράκη, η οποία οδεύει προς ψήφιση στα τέλη του τρέχοντος μηνός. Το σχέδιο της έκθεσης υιοθετεί συστάσεις λίαν αυστηρές προς την Ελλάδα, όπως την αναγνώριση του δικαιώματος της εκλογής του Μουφτή από τη μειονότητα, την υιοθέτηση νομοσχεδίου που θα ρυθμίζει τον διορισμό των μειονοτικών στον δημόσιο τομέα, τη συμμόρφωση με τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ κ.λπ., ενώ ζητά από την Τουρκία να άρει τους περιορισμούς που εφαρμόζει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο τουρκικός Τύπος πάντως έσπευσε να ερμηνεύσει τις εν λόγω συστάσεις ως πρόσκληση της ΚΣΣΕ στις δύο πρωτεύουσες να αγνοήσουν τη ρήτρα της αμοιβαιότητας! Και αυτό γιατί προφανώς οι συστάσεις προς τις δύο χώρες είναι μάλλον ασύμμετρες, δηλαδή ευνοούν την Τουρκία (η οποία, ούσα επιφανειακά δημοκρατική, ούτως ή άλλως είναι συνηθισμένη σε τέτοιου είδους συστάσεις, τις οποίες αγνοεί κατά πάγια τακτική της), και δεσμεύουν την Ελλάδα, η οποία πρέπει να ανταποκριθεί ως ευρωπαϊκή χώρα!

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πια ότι η Άγκυρα έχει βάλει στο στόχαστρο τη Δ. Θράκη! Οι πιέσεις που ασκεί η Άγκυρα στην Αθήνα για την εφαρμογή της ρήτρας της αμοιβαιότητας σε θέματα σεβασμού θεμελιωδών μειονοτικών δικαιωμάτων είναι ένδειξη δυσπιστίας και απουσίας καλής πίστης εκ μέρους της. Εκείνο που θα πρέπει να μας προβληματίζει, όμως, είναι η αποκάλυψη ότι η Άγκυρα αυτοπροβάλλεται ως ηγέτιδα όλων των μουσουλμάνων της Ελλάδας, είτε πρόκειται για τη μειονότητα στη Δ. Θράκη είτε για τους μετανάστες, υιοθετώντας και προασπίζοντας τα αιτήματά τους! Η μονόπλευρη και διευρυμένη εφαρμογή της ρήτρας της αμοιβαιότητας την οποία ουσιαστικά επιζητά η Άγκυρα πρέπει να απορριφθεί σθεναρά και επίσημα, ούτως ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία περί των προθέσεών μας!

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 10/1/2010

Για περισσότερα...

5/1/10

Το μέλλον του Κιρκούκ και οι επιδιώξεις της Άγκυρας



(Σκίτσο του Κασίμ Χ.Ζ., «N.Y. Times» - 19/08/2010)

Την έντονη κινητικότητα της Τουρκίας έχει προκαλέσει ο προγραμματισμός των γενικών εκλογών στο Ιράκ για την άνοιξη του ερχόμενου έτους. Το αμείωτο ενδιαφέρον της Άγκυρας για τις επικείμενες εκλογές συνδέεται άμεσα με την πολιτική που ακολουθεί για το Βόρειο Ιράκ.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στο Ιράκ έστρεψαν και πάλι τα βλέμματα της Άγκυρας στη γειτονική της χώρα. Η ψήφιση του ιρακινού εκλογικού νόμου στις αρχές του τρέχοντος μηνός έφερε εκ νέου στο προσκήνιο τη συζήτηση περί διεξαγωγής γενικών εκλογών στη χώρα αυτή. Συγκεκριμένα, η 7η Μαρτίου του 2010 έχει οριστεί ως η νέα ημερομηνία διεξαγωγής των γενικών εκλογών, οι οποίες έχουν ήδη αναβληθεί αρκετές φορές έως σήμερα.

Το ενδιαφέρον της Τουρκίας για το Ιράκ συνδέεται άμεσα με το μέλλον του Βορείου Ιράκ και τους στόχους εθνικής ασφάλειας που επιδιώκει να πετύχει η Άγκυρα στην εν λόγω περιοχή. Η σημασία που δίνει η τουρκική πλευρά στην περιοχή προκύπτει από την αλλαγή στάσης της Τουρκίας, στην οποία συνέβαλε εκτός των άλλων και γνωστή ισλαμική αδελφότητα, προς την Αυτόνομη Κουρδική Περιοχή εδώ και έναν περίπου χρόνο. Τις ανεπίσημες συναντήσεις και διαπραγματεύσεις ακολούθησαν οι επίσημες επισκέψεις, με αποκορύφωμα εκείνη του αρχηγού της τουρκικής διπλωματίας Α. Νταβούτογλου στην πρωτεύουσα της Αυτόνομης Περιοχής, το Αρμπίλ, στα τέλη του περασμένου Οκτωβρίου. Λίγες μέρες πριν έλαβε χώρα ακόμη μία επίσκεψη υψηλού επιπέδου στην κουρδική πρωτεύουσα, εκείνη του υπεύθυνου για το «δημοκρατικό άνοιγμα» προς τις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, του τούρκου υπουργού Εσωτερικών Μπεσίρ Αταλάι. Είναι γνωστό το ενδιαφέρον της Άγκυρας για την ενεργοποίηση του τριπλού (Τουρκία - ΗΠΑ - Ιράκ/Αυτόνομη Κουρδική Περιοχή) μηχανισμού συνεργασίας σε θέματα ασφάλειας, ο οποίος δρομολογήθηκε με τις ευλογίες της Ουάσινγκτον το φθινόπωρο του 2008. Η Τουρκία προσβλέπει στη συνεργασία μεταξύ των τριών χωρών για να μπορέσει να κάμψει την αντίσταση των κούρδων αγωνιστών του ΡΚΚ, που διατηρούν ορμητήρια και βάσεις στην περιοχή.

Ωστόσο, το τουρκικό ενδιαφέρον για την περιοχή δεν περιορίζεται μόνο στα θέματα εθνικής ασφαλείας της Τουρκίας, τη δράση δηλαδή του ΡΚΚ και την προοπτική ανεξαρτησίας της Αυτόνομης Κουρδικής Περιοχής. Η Άγκυρα επιδιώκει να αποκτήσει έμμεση μεν, αλλά ουσιαστική συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα της περιοχής. Το ενδιαφέρον για την «τύχη» της τουρκομανικής μειονότητας στο Βόρειο Ιράκ προσφέρει το αναγκαίο πρόσχημα για την ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της γείτονός της. Η μικρή τουρκομανική μειονότητα, την «κηδεμονία» της οποίας έχει αναλάβει η Άγκυρα από τις αρχές της δεκαετίας του '90, είναι συγκεντρωμένη κυρίως στον νομό Κιρκούκ. Το Κιρκούκ, συνεπώς, αποτελεί τον νομό-κλειδί της τουρκικής παρουσίας στο Βόρειο Ιράκ. Η σημασία τού εν λόγω νομού γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν αναλογιστεί κανείς ότι το τελικό καθεστώς του Κιρκούκ, όπως και άλλων γειτονικών νομών, δεν έχει οριστικοποιηθεί ακόμη. Τους νομούς αυτούς, στους οποίους θα διεξαχθεί δημοψήφισμα όταν οι συνθήκες ωριμάσουν, τους διεκδικεί η Αυτόνομη Κουρδική Περιοχή. Εξάλλου, τα αρμόδια όργανα του ΟΗΕ έχουν ήδη ετοιμάσει σχέδιο για το μέλλον του Κιρκούκ, το οποίο ικανοποιεί τα τουρκικά αιτήματα.

Τέλος, πρέπει να υπογραμμίσουμε τα τεράστια οικονομικά οφέλη που θα αποκομίσει όποιος εξασφαλίσει τον έλεγχο της περιοχής, καθώς το Κιρκούκ διαθέτει πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Να γιατί η Άγκυρα έχει κάθε λόγο να ασχολείται με καθετί ικανό να επηρεάσει τις επιδιώξεις της στην εν λόγω περιοχή.

Η Άγκυρα ακολουθεί στην περιοχή μια πολιτική βασισμένη στην εφαρμογή της πολιτικοστρατιωτικής ισχύος. Με όχημα τα ζητήματα ασφαλείας είτε της ίδιας είτε της τουρκομανικής μειονότητας, επιχειρεί να δημιουργήσει ερείσματα στο Βόρειο Ιράκ. Προσφέροντας ακόμη αμφίβολης αξίας υποσχέσεις, επιδιώκει να προσδέσει στο άρμα της την Αυτόνομη Κουρδική Περιοχή, η οποία πασχίζει να προσαρτήσει τον Νομό Κιρκούκ. Το παραπάνω τεκμαίρεται και από τις πρόσφατες στενές επαφές που συνήψε η Άγκυρα τόσο με την ηγεσία του Ιρακινού Τουρκμανικού Μετώπου όσο και με εκείνη της Βαγδάτης.

Είναι, λοιπόν, πασιφανές ότι η Άγκυρα δρομολογεί «σχέδια» για να υπερασπιστεί το εθνικό της συμφέρον στο Βόρειο Ιράκ με πρόσχημα τόσο την εθνική ασφάλειά της όσο και την «προστασία» της τουρκομανικής μειονότητας - εξαιρετικά μικρής σε εθνική εμβέλεια. Έχουμε, συνεπώς, κάθε λόγο να παρακολουθούμε τις εξελίξεις σε αυτή την περιοχή της Μέσης Ανατολής κατά την προσεχή περίοδο, καθώς τα τουρκικά «πειράματα» στο «εργαστήριο» του Κιρκούκ αποτελούν τη συνέχεια εκείνων που ήδη έλαβαν χώρα στην Αλεξανδρέττα (1938-39) και την Κύπρο, και δεν είναι απίθανο, αν συνεχιστεί η αλλοπρόσαλλη διαχείριση των εθνικών μας θεμάτων, να αποτελέσουν προηγούμενο για την εφαρμογή παρόμοιων σχεδίων και στην περιοχή μας.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 3/1/2010


Για περισσότερα...

1/1/10

Άρση της θεώρησης εισόδου ζητάει και η Τουρκία


Mε αφορμή την κατάργηση της θεώρησης εισόδου (visa) για τη Σερβία, το Μαυροβούνιο και την ΠΓΔτΜ, η Άγκυρα δεν έχασε την ευκαιρία να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση την παροχή του ίδιου δικαιώματος και για τους πολίτες της. Η εκδήλωση «πρόωρων» απαιτήσεων εκ μέρους της Τουρκίας συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση των προϋποθέσεων για την παροχή του εν λόγω προνομίου.

Επικριτική υπήρξε η στάση της τουρκικής ηγεσίας μετά την ανακοίνωση της άρσης της θεώρησης εισόδου για τους πολίτες της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της ΠΓΔτΜ που επιθυμούν να ταξιδέψουν στις χώρες της ΕΕ (Ζώνη Σένγκεν). Ο αποκλεισμός των τούρκων πολιτών από το προνομιακό αυτό καθεστώς εισόδου εγείρει μια σειρά τεχνικών, πολιτικών και οικονομικών ζητημάτων που αναμένουν την
επίλυσή τους.

Ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Α. Νταβούτογλου, φάνηκε να στηρίζει την απόφαση των Βρυξελλών για άρση της θεώρησης εισόδου για τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων. Εξέφρασε ακόμη την άποψη ότι η άρση της θεώρησης θα πρέπει να επεκταθεί με τρόπο ώστε να καλύψει και τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες, συγκεκριμένα τη Βοσνία και την Αλβανία. Δεν έκρυψε τη δυσανασχέτηση του, όμως, για την απόφαση των Ευρωπαίων να μη συμπεριλάβουν στις χώρες που θα επωφεληθούν από την άρση της θεώρησης εισόδου και την Τουρκία. Ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών δήλωσε, λοιπόν, ότι θα επιδιώξουν να φέρουν σε πέρας το συντομότερο δυνατόν όλες τις τεχνικές και γραφειοκρατικές υποχρεώσεις τους για να μπορέσουν να επωφεληθούν από το ίδιο προνομιακό καθεστώς εισόδου στη Ζώνη Σένγκεν. Ωστόσο, ο Νταβούτογλου συμπλήρωσε λέγοντας ότι «σε περίπτωση που δεν αρθεί η θεώρηση εισόδου μετά την εκπλήρωση των τεχνικών προϋποθέσεων, τότε αυτό θα το θεωρήσουμε ως διάκριση εις βάρος της χώρας μας».

Η δυσαρέσκεια της Άγκυρας φαίνεται να προκύπτει από το γεγονός ότι για ορισμένες από τις χώρες που απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση της θεώρησης εισόδου δεν έχει καν αναγνωριστεί το καθεστώς της υποψήφιας χώρας. Αντιθέτως, η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι όχι μόνο η ίδια είναι υποψήφια προς ένταξη χώρα εδώ και μία δεκαετία, αλλά βρίσκεται μάλιστα στη φάση των «διαπραγματεύσεων». Πιστεύει, δηλαδή, ότι «αδικείται κατάφωρα». Εντούτοις, η γείτων χώρα παραβλέπει το γεγονός ότι οφείλει να εκπληρώσει μια σειρά από προϋποθέσεις για να χαίρουν οι πολίτες της το καθεστώς ελεύθερης εισόδου στην ΕΕ. Κατʼ αρχάς, θα πρέπει να υιοθετήσει τη χρήση των νέων βιομετρικών διαβατηρίων, που δεν έχει κάνει ακόμα. Κατά δεύτερον λόγο θα πρέπει να εξασφαλιστεί η διαφύλαξη των συνόρων της χώρας σε ικανοποιητικό βαθμό. Κατά τρίτον λόγο, η Άγκυρα οφείλει να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την καταπολεμήσει του οργανωμένου εγκλήματος. Και το σημαντικότερο να υπογράψει επιτέλους τη συμφωνία για τη διαδικασία επαναπροώθησης των μη νόμιμα εισελθόντων ατόμων στην ΕΕ, η διαπραγμάτευση της οποίας είχε διακοπεί το 2006.

Βάσει της συμφωνίας αυτής η Άγκυρα θα αναγκαστεί να δεχθεί τους λαθρομετανάστες που εισήλθαν σε ευρωπαϊκό έδαφος μέσω της Τουρκίας. Συνεπώς, η Άγκυρα θα αναγκαστεί να επωμισθεί ένα τεράστιο οικονομικό κόστος στην περίπτωση που συνάψει τη συμφωνία για την επαναπροώθηση των λαθρομεταναστών που εισήλθαν στις ευρωπαϊκές χώρες μέσω αυτής. Ζητάει, λοιπόν, στις Βρυξέλλες να μοιραστούν το οικονομικό βάρος!

Σύμφωνα με στοιχεία της FRONTEX, πάνω από 43.000 άτομα εισήλθαν παράνομα στην ΕΕ –συγκεκριμένα μέσω της χώρα μας– διά ξηράς και θαλάσσης, μέσω της Τουρκίας το 2008. Το θέμα μάς αφορά, δηλαδή, άμεσα. Η απροθυμία της Άγκυρας να αναλάβει τις υποχρεώσεις της στο θέμα της λαθρομετανάστευσης είναι δεδομένη και έχει ξεκινήσει ήδη να ψάχνει αφορμές για να διαφύγει. Φανταστείτε τι θα γινόταν αν είχε αρθεί και η άδεια θεώρησης! Για να μη θίξουμε και το έντονο «δημογραφικό» πρόβλημα που θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε. Ας ευχηθούμε μόνο ότι κατά τη δύσκολη αυτή οικονομική περίοδο που διανύει η χώρα, η ηγεσία μας δεν θα λησμονήσει να κάνει τουλάχιστον τους απαραίτητους χειρισμούς για να μην υποστούμε τις πολύπλευρες συνέπειες που μπορεί να έχει η αρνητική στάση της γείτονος χώρας στο να επωμισθεί τις ηθικές, πολιτικές και οικονομικές της υποχρεώσεις απέναντι στην ΕΕ και τους μετανάστες, οι οποίοι εξακολουθούν να διασχίζουν ανύποπτοι τα εδάφη της.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 27/12/2009

Για περισσότερα...

22/12/09

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα και η Τουρκία


Τουρκικοί επιχειρηματικοί κύκλοι έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους στη χώρα μας, με αφορμή την οικονομική κρίση. Οι αρμόδιοι τουρκικοί φορείς ενθαρρύνουν τις επενδύσεις στην Ελλάδα και κατ' επέκταση στα Βαλκάνια, ελπίζοντας να «ανταποδώσουν» την ελληνική «διείσδυση» στην Τουρκία στις αρχές του 2000.

Το έντονο επιχειρηματικό ενδιαφέρον των αρμόδιων φορέων και του ιδιωτικού κεφαλαίου της Τουρκίας φαίνεται να έχει προκληθεί από τη δυσμενή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η οικονομία της χώρας μας. Παρά τις κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις που σημειώθηκαν πρόσφατα στη γείτονα, το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται η Ελλάδα δεν διέφυγε την προσοχή του τουρκικού Τύπου.

Διάφοροι τούρκοι αρθρογράφοι ασχολήθηκαν με τα αρνητικά οικονομικά στοιχεία που παρουσιάζει η Αθήνα και προέβησαν σε συγκρίσεις μ' εκείνα της τουρκικής οικονομίας. Ο Γκιουνγκιόρ Ουράς, φέρ' ειπείν, τονίζει στο άρθρο του («Μιλιέτ», 17/12/2009) τα οικονομικά ωφελήματα που δέχεται για χρόνια η Αθήνα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και προβλέπει ότι οι ευρωπαίοι εταίροι θα φανούν αλληλέγγυοι και θα στηρίξουν την ελληνική οικονομία και στο μέλλον. Αναφέρθηκε στα οικονομικά στοιχεία της Τουρκίας, η οποία αντιμετωπίζει επίσης τις αρνητικές συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, αλλά φαίνεται να συγκρατεί, προς το παρόν τουλάχιστον, το δημόσιο έλλειμμα και το χρέος σε χαμηλότερα επίπεδα από τα δικά μας.

Η παρουσίαση αυτή των οικονομικών στοιχείων των δύο χωρών πρόσφερε στον Ουράς την ευκαιρία να τονώσει το ηθικό της τουρκικής κοινής γνώμης και της αγοράς όσον αφορά την κατάσταση της τουρκικής οικονομίας. Ωστόσο, το σημαντικότερο είναι ότι καλλιεργεί αφενός το αίσθημα της «αδικίας», ανασκαλεύοντας τα εθνικά στερεότυπα, και αφετέρου την αισιοδοξία για την «ένταξη» που θα εξασφαλίσει ανάλογα οικονομικά ωφελήματα στην Άγκυρα. Άλλο κομμάτι του τουρκικού Τύπου ασχολήθηκε με τις επιχειρηματικές ευκαιρίες που παρουσιάζει η οικονομική κατάπτωση της χώρας μας για τους τούρκους επενδυτές. Στα δημοσιεύματα των εφημερίδων που διατηρούν στενές σχέσεις με το κατεστημένο, η περίοδος που διανύει η ελληνική οικονομία παρουσιάζεται ως μια χρυσή ευκαιρία για επενδύσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον φαίνεται ότι υπάρχει για τους τομείς της χρηματοπιστωτικής αγοράς, του τουρισμού και της πληροφορικής. Ο πρόεδρος της τουρκικής Επιτροπής Ρύθμισης και Εποπτείας του Τραπεζικού Συστήματος (BDDK) Τεβφίκ Μπιλγκίν ανακοίνωσε ότι οι τουρκικές τράπεζες βρίσκονται επί ποδός για να αξιοποιήσουν τις επενδυτικές ευκαιρίες που θα εμφανιστούν στην ελληνική αγορά. Ο Μπιλγκίν σημείωσε ακόμη ότι η Επιτροπή στηρίζει τις προσπάθειες που θα γίνουν από τις τουρκικές τράπεζες για την κατάκτηση της βαλκανικής αγοράς! Συγκεκριμένα δήλωσε ότι «η οικονομική κρίση στην Ελλάδα αναμένεται να οδηγήσει σε κενά στον χρηματοπιστωτικό τομέα των βαλκανικών χωρών. Η κάλυψη του εν λόγω κενού από τις τουρκικές τράπεζες αποτελεί το πιο φυσικό δικαίωμά τους!» («Σταρ», 18/12/2009).
Οι τουρκικές εφημερίδες έδωσαν δημοσιότητα και στις δηλώσεις του προέδρου του Ελληνοτουρκικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, Παναγιώτη Κουτσίκου, που θεωρεί ότι η οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ευκαιρία για επενδύσεις στη χώρα εκ μέρους των τούρκων επιχειρηματιών. Ο κ. Κουτσίκος φαίνεται να έχει δηλώσει ακόμη ότι «η οικονομική κρίση θα επηρεάσει (αρνητικά) τις εξαγωγές μας προς την Τουρκία. Αντιθέτως, θα αυξηθούν οι ποιοτικές και φθηνές εξαγωγές της Τουρκίας (προς την Ελλάδα). Είναι μια καλή ευκαιρία για τους τούρκους επιχειρηματίες που ασχολούνται με τις εξαγωγές» («Χουριέτ», 18/12/2009).

Ωστόσο, εντύπωση προκαλεί η τοποθέτησή του όσον αφορά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι έλληνες επιχειρηματίες: «Υπάρχει πρόβλημα ρευστότητας στην αγορά. Οι τράπεζες μείωσαν κατά πολύ τις πιστώσεις στους επιχειρηματίες, και φαίνεται ότι η κατάσταση αυτή θα εξακολουθήσει για πολύ καιρό ακόμα», λέει ο κ. Κουτσίκος και προσθέτει: «Είναι πια καιρός να μειωθούν και οι δικές μας εξοπλιστικές δαπάνες και της Τουρκίας».
Η αναφορά του κ. Κουτσίκου στην ανάγκη μείωσης των εξοπλιστικών δαπανών σε μια συζήτηση γύρω από τις οικονομικές δραστηριότητες των δύο χωρών αναμφίβολα ξαφνιάζει τους αναγνώστες. Ωστόσο, η προβολή από τους Τούρκους του αιτήματος αυτού δεν είναι άμοιρη λεπτών στρατηγικών υπολογισμών. Την εβδομάδα που κύλησε, εμφανίστηκαν στην Τουρκία δημοσιεύματα που αναφέρονταν στην προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να μειώσει τις εξοπλιστικές δαπάνες, στο πλαίσιο εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας. Ο Σουλεϊμάν Γιασάρ, φερ' ειπείν, στο άρθρο του με τίτλο «Η Ελλάδα ''πτώχευσε'' εξαιτίας των εξοπλιστικών δαπανών», παρουσιάζει τις εξοπλιστικές δαπάνες ως σημαντικό λόγο της οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα («Ταράφ», 17/12/2009).Το σημαντικότερο, όμως, είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει: «Οι δύο χώρες στο εξής θα πρέπει να σκεφτούν (από κοινού) σοβαρά την περικοπή των εξοπλιστικών δαπανών. Διαφορετικά δεν θα αποφύγουν να περιέλθουν διαδοχικά σε οικονομικό αδιέξοδο».

Η παραπάνω άποψη περί μείωσης των εξοπλιστικών δαπανών αγνοεί παντελώς, από τη μια, την αιτία του κακού, δηλαδή τις επεκτατικές και ηγεμονικές διαθέσεις που ακολουθεί η Τουρκία έναντι της Ελλάδας εδώ και δεκαετίες, και από την άλλη παραβλέπει τις πραγματικές προθέσεις που κρύβονται πίσω από παρόμοιες προτάσεις: τον εξαναγκασμό της ελληνικής ηγεσίας σε εφ' όλης της ύλης διαπραγματεύσεις με την Άγκυρα. Γίνεται, συνεπώς, αντιληπτό κι από τον πλέον ανυποψίαστο αναγνώστη ότι η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να ανακοινώσει μείωση των εξοπλιστικών δαπανών ήταν ένα «μήνυμα» που έγινε αντιληπτό από την άλλη πλευρά ως «αλλαγή» στις προτεραιότητες της χώρας: Πρώτα έρχεται πλέον -και επισήμως- η οικονομική ευημερία και μετά η ασφάλεια της χώρας. Επόμενο είναι, λοιπόν, να αυξηθούν οι πιέσεις της Άγκυρας στο άμεσο μέλλον.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν ότι η κακή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί ερέθισμα αφενός για τη βελτίωση της τουρκικής οικονομίας, και αφετέρου για την αύξηση γενικά της επιχειρηματικότητας στην περιοχή μας και ειδικότερα των πιέσεων προς εμάς. Πέρα από τη δέουσα προσοχή που οφείλει να δώσει ο πολιτικός και επιχειρηματικός κόσμος στις προτάσεις «συνεργασίας» με τους επιχειρηματικούς κύκλους της γείτονος (καλό παράδειγμα αποτελεί η δυσμένεια στην οποία έχει περιέλθει το Τελ Αβίβ, παρόλο που πρόσφερε σημαντική πολιτική στήριξη στην Άγκυρα), που δεν δρουν κατ' ανάγκη ανεξέλεγκτα και χωρίς σχέδιο με μόνο στόχο το κέρδος όπως άλλοι λαοί, είναι επιβεβλημένο να επιδείξει και μια αξιόλογη και συντονισμένη προσπάθεια επιχειρηματικότητας στις αγορές της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 20/12/2009


Για περισσότερα...