Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5/10/11

Εμπρηστικές Δηλώσεις του Ερντογαν από τα Σκόπια


Σε νέες εμπρηστικές δηλώσεις προέβη ο ισλαμιστής πρωθυπουργός της Τουρκίας κατά την περιοδεία του στα Σκόπια. Οι απαράδεκτες αναφορές στο θέμα της ονομασίας και την ενταξιακή πορεία των Σκοπίων στους ευρωατλαντικούς θεσμούς προσβλέπουν να αυξήσουν τις πιέσεις προς την Αθήνα σε μια δυσμενέστατη γι' αυτήν συγκυρία.

Οι δηλώσεις του ισλαμιστή πρωθυπουργού της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, από τα Σκόπια δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τις προθέσεις της ισλαμικής κυβέρνησης ΑΚΡ να υπονομεύσει στο έπακρο τη θέση της Αθήνας στην περιοχή μας.

Οι αιχμηρές αναφορές του Ερντογάν σε θέματα που άπτονται των εθνικών μας συμφερόντων στα Βαλκάνια στοχεύουν στη διάσπαση της προσοχής της Αθήνας, η οποία σφυροκοπάται αδιάκοπα στο διεθνές στερέωμα λόγω του δημοσιονομικού ελλείμματος, και στην αύξηση της πίεσης σε ένα μέτωπο που αποδεδειγμένα παλεύει μόνη εδώ και χρόνια.

Την εβδομάδα που πέρασε, ο ισλαμιστής πρωθυπουργός της Τουρκίας πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στα γειτονικά Σκόπια. Κατά τη διήμερη παραμονή του εκεί είχε επαφές με την πολιτική ηγεσία της χώρας, την αντιπολίτευση και τα πολιτικά κόμματα που εκπροσωπούν την τουρκική μειονότητα, ακαδημαϊκά ιδρύματα και χώρους λατρείας των μουσουλμάνων.

Στην κοινή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν οι δύο πρωθυπουργοί μετά τη συνάντησή τους, ο Ερντογάν σημείωσε ότι η Άγκυρα έχει αναγνωρίσει τα Σκόπια με το συνταγματικό τους όνομα από την πρώτη στιγμή και ότι υποστηρίζει και θα συνεχίσει να υποστηρίζει με αποφασιστικό και δυναμικό τρόπο την εν λόγω χώρα. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι το δικαίωμα των Σκοπίων στη γνωστή διαμάχη με την Ελλάδα για την ονομασία είναι αδιαμφισβήτητο και κατέκρινε τη στάση της Αθήνας, κατηγορώντας την ότι εγείρει απαράδεκτες ιστορικές αξιώσεις! Αναφερόμενος στις προσπάθειες ένταξης των Σκοπίων στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, σημείωσε ότι τα Σκόπια σημειώνουν πρόοδο και κατέκρινε την Ελλάδα για τα «εμπόδια», που κατά τα λεγόμενά του η Αθήνα θέτει μπροστά τους!

Η κίνηση αυτή τακτικής του ισλαμιστή πρωθυπουργού της Τουρκίας, ο οποίος έστερξε να παράσχει την αμέριστη συμπαράστασή του στον σκοπιανό ομόλογό του, δεν στοχεύει παρά να δημιουργήσει αντιπερισπασμό.

Η αδυναμία της Άγκυρας να ανατρέψει τα σχέδια του ελληνοϊσραηλινού άξονα στην Ανατολική Μεσόγειο και συγκεκριμένα τις έρευνες στο οικόπεδο 12 της Κυπριακής ΑΟΖ, ανάγκασε την Άγκυρα να στραφεί σε άλλες λύσεις. Μολονότι φαίνεται ότι απέσπασε πρόσφατα συμβολικές υποχωρήσεις από την Αθήνα στο θέμα της ΑΟΖ στο Ανατολικό Αιγαίο, η Άγκυρα επιχειρεί να μεταφέρει την ένταση από την Ανατολική Μεσόγειο, όπου είχε να αντιμετωπίσει τη συντεταγμένη δράση Ελλήνων και Ισραηλινών, στα Βαλκάνια.

Επιχειρεί να μεταφέρει δηλαδή την αντιπαράθεση σε έναν χώρο που θεωρεί ότι έχει το αριθμητικό πλεονέκτημα, «αναγκάζοντας» αυτήν τη φορά την Αθήνα να αντιμετωπίσει απομονωμένη από τους νέους συμμάχους της τις τουρκικές πιέσεις.

Οι προκλήσεις της Άγκυρας δεν έχουν τέλος. Ο καθένας μας είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι αυτό οφείλεται στην κατευναστική πολιτική που ακολουθεί η ελληνική διπλωματία έναντι της Τουρκίας την τελευταία δεκαπενταετία.

Η σουρεαλιστική αυτή εικόνα κατά την οποία η Αθήνα παρέχει άνευ όρων πολιτική υποστήριξη στις προσπάθειες ένταξης των εκβιαστών της στους ευροατλαντικούς θεσμούς πρέπει να αναστραφεί.

Παρελθούσης της κρίσης, η άμεση απόσυρση της ελληνικής υποστήριξης στις τουρκοσκοπιανές προσπάθειες ένταξης στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ ίσως να αποτελούσε το καταλληλότερο μήνυμα προς την κατεύθυνση τόσο των Σκοπίων όσο και της Άγκυρας. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να γίνει σαφές στην άλλη πλευρά ότι η φιλία που τους παρέχουμε τόσα χρόνια πρέπει να έχει και ένα αντίτιμο! Η ειρήνη και η σταθερότητα, για τις οποίες τόσο πολύ μοιάζει να νοιάζεται ο Έρντογαν, συνδέονται άμεσα με την ανάπτυξη ουσιαστικών φιλικών σχέσεων στη γειτονιά μας και όχι εκβιασμών και απειλών.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 2/10/2011


Για περισσότερα...

10/8/11

Η μουσουλμανική νεολαία της Ρόδου στο στόχαστρο του τουρκικού εθνικισμού


Έντονο προβληματισμό προκαλεί το αυξανόμενο ενδιαφέρον της Τουρκίας για τους μουσουλμάνους των Δωδεκανήσων. Ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται το εν λόγω ενδιαφέρον δεν αφήνει αμφιβολίες για τις επεκτατικές διαθέσεις της Άγκυρας.

Την εβδομάδα που πέρασε ο τουρκικός Τύπος φιλοξένησε είδηση που αφορούσε τις δραστηριότητες του Πολιτιστικού Συλλόγου «Η Αδελφοσύνη» των μουσουλμάνων της Ρόδου. Οι επίμονες αναφορές στους μουσουλμάνους της Δωδεκανήσου γεννούν βάσιμες υποψίες για οργανωμένο σχέδιο της Άγκυρας που έχει τεθεί σε εφαρμογή εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία.

Σύμφωνα με άρθρο της ημερήσιας «Ζαμάν», η οποία ανήκει στην ισλαμική αδελφότητα του Φετχουλάχ Γκιουλέν, ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Η Αδελφοσύνη» της Ρόδου προσφέρει μαθήματα τουρκικής γλώσσας και ισλαμικής κατήχησης στους λιγοστούς μουσουλμάνους νεολαίους του νησιού.

Το κύριο μήνυμα που επιχειρεί να προωθήσει ο συντάκτης του εν λόγω άρθρου είναι η ανάγκη παροχής μαθημάτων τουρκικής γλώσσας στη μουσουλμανική νεολαία της Ρόδου, η οποία ας σημειωθεί ότι στην επικοινωνία της χειρίζεται μόνο την ελληνική. Στην προσπάθειά της να δικαιολογήσει την ανάγκη παροχής τουρκικών μαθημάτων στη μουσουλμανική νεολαία, η «Ζαμάν» προέβαλε ως επιχείρημα την παύση της διδασκαλίας της τουρκικής στους μουσουλμάνους του νησιού τη δεκαετία του ’70, ως αντίποινα για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.

Εκείνο που προκαλεί το ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση είναι η άμεση εμπλοκή της Μουφτίας Ξάνθης, η οποία παρέχει τους απαραίτητους ιεροδιδασκάλους στη μουσουλμανική κοινότητα της Ρόδου για την κάλυψη των θρησκευτικών της αναγκών.

Ωστόσο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο ιεροδιδάσκαλος Ιλτέρ Μέτσο, πέρα από τα θρησκευτικού χαρακτήρα καθήκοντά του, έχει επιδοθεί, με πρωτοβουλία του Συλλόγου «Η Αδελφοσύνη», και σε άλλους τομείς, όπως η ισλαμική κατήχηση, η διδασκαλία της τουρκικής και της οθωμανικής, θέματα ισλαμικής ηθικής κ.λπ., σε σημείο που να φτάνει να ζητάει την κηδεμονία και προστασία τους –προφανώς από την Άγκυρα– και επιπλέον «ανοίγματα» από την Ελλάδα («Ζαμάν», 3/8/2011).

Από τη μεριά του, ο πρόεδρος του Συλλόγου «Η Αδελφοσύνη» Μεμέτ Ζαμαντάκης δηλώνει ότι οι μουσουλμάνοι της Ρόδου δεν κατέχουν επαρκώς την τουρκική, σε βαθμό που να αδυνατούν να κατανοήσουν τα νεοεισαγμένα τουρκικά σίριαλ και είναι υποχρεωμένοι να διαβάζουν τους ελληνικούς υπότιτλους!

Ο σύλλογος των μουσουλμάνων Ρόδου «Η Αδελφοσύνη» είναι άμεσο προϊόν της διπλωματικής προσέγγισης που ακολούθησε τα κτυπήματα του εγκέλαδου το 1999. Ο εν λόγω σύλλογος ιδρύθηκε το 2000 από μια μικρή ομάδα μουσουλμάνων της Ρόδου υπό την ηγεσία του Μουσταφά Σεΐχ. Ο τελευταίος παρέμεινε στην προεδρία του συλλόγου έως το 2007, αποχωρώντας κατόπιν εσωτερικών διαφωνιών.

Το ενδιαφέρον της «Ζαμάν» για τους μουσουλμάνους των Δωδεκανήσων δεν είναι καινούργιο. Επιχείρησε να κινητοποιήσει πολλές φορές την τουρκική κοινή γνώμη στο εν λόγω θέμα. Η στιγμή όμως που ήρθε στη δημοσιότητα το τελευταίο άρθρο, λίγο μετά την ανακοίνωση της Κυπριακής Δημοκρατίας για την έναρξη ερευνών στην ΑΟΖ δυτικά των παραλίων της και ενώ η Αθήνα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες, προκαλεί ανησυχίες για τα μύχια σχέδια της ευρύτερης ισλαμικής παράταξης της γείτονας χώρας.

Το ενδεχόμενο να περιέλθει στη σφαίρα επιρροής της Άγκυρας η μικρή μουσουλμανική μειονότητα της Δωδεκανήσου είναι εξαιρετικά ανησυχητικό για όσους έχουν συνείδηση του τι συνέβη στη Μεγαλόνησο –ή τι συμβαίνει σήμερα στη Θράκη– και δεν θα ήθελαν να δουν την Ιστορία να επαναλαμβάνεται.

Η μετατροπή της μουσουλμανικής νεολαίας της Ρόδου σε όργανο της Τουρκίας μόνο επιζήμια θα μπορούσε να είναι για τα συμφέροντα της Ελλάδας. Το ελληνικό κράτος οφείλει να δείξει μεγαλύτερη προσοχή σήμερα, που το θέμα δεν έχει πάρει ακόμη διαστάσεις και αντιμετωπίζεται ευκολότερα, για να μη βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να αντιμετωπίσει χιονοστιβάδα σε λίγα χρόνια.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 11/08/2011

Για περισσότερα...

9/1/11

Ο πρωθυπουργός ενώπιον 180 τούρκων πρεσβευτών


(Η σύνοδος πρέσβεων στο Ερζερούμ (AP, 7/01/2011) )

Η αναγγελθείσα επίσκεψη του έλληνα πρωθυπουργού στην Τουρκία τις προσεχείς ημέρες, εγείρει εύλογα ερωτήματα για την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων και τους στόχους της κυβέρνησης. Μια ενδεχόμενη εφ’ όλης της ύλης συμφωνία με την Άγκυρα θα έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες για την Αθήνα.

Ο έλληνας πρωθυπουργός έχει προσκληθεί από τον τούρκο ομόλογό του, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, να παρευρεθεί στην τελετή έναρξης των χειμερινών Πανεπιστημιακών Αγώνων που διεξάγονται στην Ερζερούμ (Θεοδοσιούπολη). Ο έλληνας πρωθυπουργός θα ανταποδώσει έτσι την επίσκεψη του τούρκου πρωθυπουργού, ο οποίος είχε επισκεφθεί την Αθήνα πριν από λίγο χρονικό διάστημα με αφορμή τη Σύνοδο Κορυφής για την Κλιματική Αλλαγή της Μεσογείου. Ωστόσο, οι πανεπιστημιακοί αγώνες φαίνεται να είναι το πρόσχημα για μια σειρά από «συνεννοήσεις» που αφορούν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα κυρίως στο Αιγαίο. Εξάλλου, ο έλληνας πρωθυπουργός θα παρευρεθεί και στις εργασίες της ετήσιας συνόδου τούρκων πρεσβευτών. Ο θεσμός αυτός, πρωτάκουστος για τα μεσανατολικά δεδομένα, έχει καθιερωθεί από τον τούρκο υπουργό Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου, και προσβλέπει στην ενημέρωση των πρέσβεων, την ανταλλαγή απόψεων, τον συντονισμό και την χάραξη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Φέτος είναι η τρίτη χρονιά που διεξάγεται η σύνοδος πρέσβεων. Το πρώτο μέρος της συνόδου πραγματοποιήθηκε στην Άγκυρα, ενώ το δεύτερο έχει ήδη ξεκινήσει στην Ερζερούμ. Στην Άγκυρα, ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου, απευθυνόμενος στα ανώτερα στελέχη του τουρκικού διπλωματικού σώματος, έδινε το στίγμα για την πολιτική που θα ακολουθήσει η Τουρκία στη διεθνή σκηνή στο μέλλον. Αξίζει τον κόπο να αναφερθούμε σε ορισμένα σημεία της ομιλίας του. Η Τουρκία, έλεγε ο τούρκος υπουργός, «θα γίνει μία χώρα με λόγο στα διεθνή πράγματα. Θα προάγει οράματα και θα παρεμβαίνει στις παγκόσμιες κρίσεις. […]» Ο ρόλος που επιδιώκουμε για τη χώρα μας, έλεγε ο Νταβούτογλου, είναι εκείνος «μιας σοφής χώρας. Της χώρας που αντιλαμβάνεται τις διεθνείς κρίσεις προτού αυτές εκδηλωθούν και τις αντιμετωπίζει με την προσφυγή σε λεπτές διπλωματικές ενέργειες». Τόνιζε δε ότι «η Τουρκία δεν είναι χώρα που επηρεάζεται από κρίσεις, και επ’ ουδενί είναι χώρα που δημιουργεί κρίσεις. Ο τουρκικός λαός είναι φιλόδοξος, δεν επιθυμεί ένα αδύναμο κράτος. […] Θέλουμε να γνωστοποιήσουμε σε όλο τον κόσμο ότι το φόρεμα που μας έραψαν είναι στενό [και δεν μας γίνεται]. Αν θέλουν ας το αποκαλέσουν αλλαγή άξονος»! Θα πρέπει, τόνισε ο Νταβούτογλου, «η Άγκυρα να ξεπεράσει το σύνδρομο της κατωτερότητας που «διακατείχε» την τουρκική διπλωματία, καθώς η Τουρκία είναι η χώρα που μπορεί να προσφέρει περισσότερο από κάθε άλλη χώρα στην ανοικοδόμηση της νέας διεθνούς τάξεως»! Χαρακτήριζε δε τους τούρκους διπλωμάτες ως «πυροσβεστικό σώμα που τρέχει ανά την υφήλιο να αποτρέψει διεθνείς κρίσεις», για να συμπληρώσει ότι η εν λόγω δράση δεν είναι αρκετή. Ο Νταβούτογλου εξέφρασε ακόμη την προτίμησή του για διπλωμάτες που θα αναλαμβάνουν ρυθμιστικό ρόλο στα διεθνή δρώμενα. Τέλος, ο τούρκος υπουργός, εκφράστηκε με σκληρά λόγια έναντι των δυτικών, οι οποίοι «θέτουν συνεχώς εμπόδια» στην Τουρκία. Συγκεκριμένα επεσήμανε ότι «δεν θα πρέπει κανείς να μας θέτει ενώπιον του διλήμματος Κύπρος ή ΕΕ. Δεν έχει κανείς τη δύναμη να μας επιβάλει να κάνουμε κάτι που δεν το επιθυμούμε. Όταν κρίθηκε αναγκαίο πήραμε τις πιο απρόβλεπτες αποφάσεις [και αν παραστεί ανάγκη είμαστε έτοιμοι να το επαναλάβουμε]» (TRT, 4/1/2010).

Η παραπάνω τοποθέτηση του Αχμέτ Νταβούτογλου δεν αφήνει καμία αμφιβολία για το πνεύμα από το οποίο διακατέχεται ο αρχηγός της τουρκικής διπλωματίας. Η εικόνα που προσπαθεί να προσδώσει στην Τουρκία ως χώρα προσβλέπουσα στη «διεθνή τάξη και ειρήνη», στην πραγματικότητα έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους που επιδιώκει η Άγκυρα, η οποία προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την άναρχη κατάσταση που επικρατεί στο διεθνές σύστημα. Έτσι, αυτοπροβαλλόμενη ως μια φιλειρηνική και κυρίως ισχυρή χώρα, η ισλαμική ηγεσία ευελπιστεί να εξασφαλίσει στην Τουρκία μια προεξέχουσα θέση μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, οι χώρες που δέχονται τις συνέπειες φιλόδοξων περιφερειακών και διεθνών πολιτικών, είναι οι χώρες με τις οποίες γειτνιάζουν με τα ηγεμονικά κράτη. Η στάση της Άγκυρας τόσο στο Κυπριακό όσο και στην πορεία ένταξής της στην ΕΕ, είναι ασφαλώς ενδεικτική της απαξίωσής της για τις αρχές και τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Το ερώτημα, λοιπόν, που ανακύπτει στην εν λόγω περίπτωση, είναι τι είδους ειρήνη μπορεί να επιβάλλει μια εν δυνάμει «Μεγάλη Δύναμη», η οποία δεν σέβεται η ίδια τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και πρωτοπορεί στην παρανομία. Είναι απορίας άξιον πως ο κ. πρωθυπουργός συναίνεσε σε μια τέτοιου είδους επίσκεψη την ώρα που δεν έχει σημειωθεί απολύτως καμία πρόοδος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η Άγκυρα διεκδικεί το μισό Αιγαίο, εποφθαλμιά την ελληνική Θράκη και αρνείται να συμμορφωθεί με τις διεθνείς επιταγές στην Κύπρο! Μήπως πιστεύει ότι είναι σε θέση να τα βγάλει πέρα με 180 πρεσβευτές της ισλαμικής κυβέρνησης ΑΚΡ, τους οποίους θα έχει ως ακροατήριο; Εμείς ας τον προετοιμάσουμε πάντως. Ας μην παρασυρθεί από τα κολακευτικά λόγια που θα του απευθύνουν, γιατί δεν γοητεύονται παρά μόνο από τους ισχυρούς ηγέτες. Ας μην πιστέψει ούτε τα χειροκροτήματά τους! Κυρίως δε να ανησυχεί σε περίπτωση που το χειροκρότημα υπερβαίνει εκείνου που ευελπιστούσε να λάβει!

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος


Για περισσότερα...

14/4/10

Η επίσκεψη στην Άγκυρα


(Reuters, 8/4/2010)

Στον σχεδιασμό μιας «νέας» προσέγγισης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας κατέληξαν οι συναντήσεις του κ. Δρούτσα με την τουρκική πολιτική ηγεσία. Ωστόσο, προκαλεί ανησυχία το αν τελικά τα συμφωνηθέντα θα παράσχουν τα προσδοκώμενα οφέλη


Διήμερη επίσκεψη εργασίας πραγματοποίησε την εβδομάδα που πέρασε ο έλληνας αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Δημήτρης Δρούτσας, στην Τουρκία. Έπειτα από σύντομη παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη ο έλληνας αξιωματούχος μετέβη στην τουρκική πρωτεύουσα όπου είχε επαφές με τον τούρκο υπουργό Εξωτερικών, τον πρωθυπουργό της χώρας και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Το ταξίδι εργασίας του έλληνα αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών αποσκοπούσε, όπως τουλάχιστον αφέθηκε να εννοηθεί, στην προετοιμασία της συνάντησης που θα έχουν οι πρωθυπουργοί των δύο χωρών στα τέλη της προσεχούς άνοιξης στην Αθήνα. Εν τούτοις, από τη δίωρη συνάντηση που είχε ο κ. Δρούτσας με τον τούρκο υπουργό Εξωτερικών, καθ. Αχμέτ Νταβούτογλου, φάνηκε να προκύπτει ένα ευρύτερο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών, το οποίο καλύπτει ένα ευρύ φάσμα πολιτικών, οικονομικών και άλλων δραστηριοτήτων.

Το συμφωνηθέν πλαίσιο συνεργασίας επιδιώκει τη στενότερη και αμεσότερη πολιτική προσέγγιση σε όλα τα επίπεδα. Προβλέπει κατ' αρχάς τη σύσταση ενός Ανώτατου Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας, το οποίο θα απαρτίζεται από δέκα υπουργούς (Εξωτερικών, Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Οικονομίας, Ενέργειας, Περιβάλλοντος, Μεταφορών, Τουρισμού, Πολιτισμού, Εσωτερικών και Παιδείας). Το συμβούλιο, το οποίο σχεδιάζεται να συγκληθεί για πρώτη φορά κατά την επίσκεψη του Ερντογάν στην Αθήνα, θα επιληφθεί ζητημάτων που απασχολούν τα δύο μέρη. Δεύτερον, συμφωνήθηκε η πραγματοποίηση διμερών συναντήσεων σχεδόν σε κάθε επίπεδο και στα περιθώρια διεθνών συνδιασκέψεων. Τρίτον, αποφασίστηκε να πραγματοποιούνται συναντήσεις των υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών σε τακτά χρονικά διαστήματα. Τέλος, προβλέφθηκε η ανταλλαγή νέων υπαλλήλων του διπλωματικού σώματος για «εκπαιδευτικούς» σκοπούς.

Το εν λόγω πλαίσιο προβλέπει ακόμη μία νέα επιπρόσθετη δέσμη Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), που αφορούν ίσως έναν από τους πιο ευαίσθητους τομείς, την ασφάλεια της χώρας και τις Ένοπλες Δυνάμεις. Η νέα δέσμη μέτρων απαρτίζεται από πέντε σημεία: α) Κοινά εκπαιδευτικά προγράμματα για τις Ένοπλες Δυνάμεις στο πλαίσιο της Σύμπραξης για την Ειρήνη του ΝΑΤΟ. β) Παράδοση διαλέξεων στα ανώτατα στρατιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα από τους αρχηγούς των επιτελείων. γ) Διασύνδεση μεραρχιών αμφότερων των χωρών στα στρατηγεία του ΝΑΤΟ σε Ελλάδα και Τουρκία. δ) Εθιμοτυπικές επισκέψεις εκπαιδευτικού χαρακτήρα μεταξύ των πολεμικών σχολών και ε) Κοινές επιστημονικές δραστηριότητες μεταξύ των ανώτατων στρατιωτικώνιδρυμάτων.

Εξάλλου συμφωνήθηκε περαιτέρω ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων μεταξύ
Αθήνας και Άγκυρας. Για τον σκοπό αυτόν σχεδιάζεται μάλιστα η πραγματοποίηση ελληνοτουρκικού Φόρουμ Οικονομικής Συνεργασίας κατά την προσεχή επίσκεψη του Ερντογάν. Υπάρχει υπόνοια ότι η οικονομική αυτή συνεργασία θα καλύψει και τον τομέα του τουρισμού με κοινή δράση για την προσέλκυση επισκεπτών από την Άπω Ανατολή.
Άλλα σημαντικά θέματα που τέθηκαν κατά τη συνάντηση των δύο υπουργών ήταν το θέμα της άρσης της θεώρησης για την άδεια εισόδου των τούρκων υπηκόων στη χώρα μας, αλλά και την ΕΕ, κάτι που επιθυμεί διακαώς να πετύχει η Άγκυρα. Η ελληνική πλευρά, έχοντας διαβεβαιώσει ότι υποστηρίζει την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, φαίνεται να έχει υποσχεθεί επιπλέον να προβεί σε κινήσεις στα πλαίσια της Ένωσης για την άρση της θεώρησης για τους Τούρκους! Ο έλληνας αναπληρωτής υπουργός συζήτησε, βεβαίως, με τον τούρκο υπουργό και τα φλέγοντα εθνικά ζητήματα, όπως το Αιγαίο και το Κυπριακό, δίχως, ωστόσο, να αποσπάσει κάποια συγκεκριμένη δέσμευση ή υπόσχεση πέρα από τα γνωστά μονόπλευρα γενικόλογα!

Τίθεται, λοιπόν, εύλογα το ερώτημα αν και κατά πόσο η επιλογή της χρονικής στιγμής για την πραγματοποίηση ενός τέτοιου ανοίγματος είναι πράγματι η καταλληλότερη, καθώς η συμπεριφορά της γείτονος είναι άκρως αρνητική και απογοητευτική: έξαρση στις τουρκικές παραβιάσεις στο Αιγαίο, αδιαλλαξία στο Κυπριακό και ανεξέλεγκτη δράση εθνικιστικών στοιχείων στη Θράκη. Αλλά και το κατά πόσο οι παραχωρήσεις του έλληνα αναπληρωτή υπουργού έχουν κάποιο πραγματικό -και όχι φανταστικό- αντίκρισμα! Είναι δυνατόν να αντιμετωπίζεται ο Νταβούτογλου υπό το πρίσμα προ μιας δεκαετίας καταστάσεων (σεισμοί) και η νέα προσέγγιση να τίθεται επί της «ελληνοτουρκικής φιλίας» που δρομολογήθηκε επί Τζεμ και Παπανδρέου; Η αβασάνιστη και άκριτη αποδοχή των προτάσεων της Άγκυρας σε τόσο ευαίσθητα θέματα μόνο μηνύματα αποδοχής των ηγεμονικών βλέψεων της Άγκυρας (δόγμα Νταβούτογλου) στην περιοχή μας είναι ικανή να στείλει! Μιας και το παιχνίδι διεξάγεται και σε επίπεδο συμβολισμών, για όσους το έχουν αντιληφθεί, ας επιδειχθεί τουλάχιστον η απαιτούμενη ευαισθησία ούτως ώστε να αποφευχθεί η πραγματοποίηση της επίσκεψης στην Αθήνα στα τέλη Μαΐου, όπως επιθυμούν οι Τούρκοι.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 11/4/2010


Για περισσότερα...

8/4/10

Η επίσκεψη του Νταβούτογλου στα Σκόπια


(Ο Νταβούτογλου κατά την επίσκεψή του στο Μοναστήρι - Γκέτι Ίματζες)

Έντονο ενδιαφέρον για ανάπτυξη σχέσεων με τις βαλκανικές χώρες εξέφρασε ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στα Σκόπια. Το εν λόγω ενδιαφέρον αποτελεί έμπρακτη ένδειξη των ηγεμονικών διαθέσεων που τρέφει η Άγκυρα για την περιοχή.

Στη διήμερη επίσημη επίσκεψη που πραγματοποίησε ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας στα Σκόπια, συναντήθηκε με την πολιτική ηγεσία της γειτονικής χώρας, την οποία διαβεβαίωσε ότι η Άγκυρα της παρέχει κάθε στήριξη στις προσπάθειες ένταξής της τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στην ΕΕ. Κατά την περιοδεία του στις δυτικές κυρίως περιοχές, όπως στην Οχρίδα, στο Μοναστήρι, στο Τέτοβο κ.λπ., συναντήθηκε επίσης με σειρά γηγενών στοιχείων, τουρκογενών ή μουσουλμάνων Αλβανών, και επισκέφθηκε πλήθος τεμενών και άλλων θρησκευτικών μνημείων, αλλά και τα τουρκικά κολέγια «Γιαχγιά Κεμάλ», τα οποία έχουν ιδρυθεί και λειτουργούν υπό την επίβλεψη κύκλων που πρόσκεινται στον Φετχουλάχ Γκιουλέν, γνωστό θρησκευτικό ηγέτη της «τουρκοϊσλαμικής σύνθεσης», που έχει «αυτοεξοριστεί» στις ΗΠΑ.

Η επίσημη επίσκεψη στα Σκόπια ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την Άγκυρα να ανανεώσει τους συμμαχικούς δεσμούς με τη γειτονική πρωτεύουσα αλλά και να αναπτύξει διά στόματος του ίδιου του υπουργού το νέο «όραμά» της για τη Βαλκανική. Σύμφωνα με τον Νταβούτογλου, η νέα προσέγγιση της Άγκυρας στην περιοχή συνίσταται σε τέσσερις άξονες: Πρώτον, στη συνέχεια και στην εντατικοποίηση του πολιτικού διαλόγου, βάσει του οποίου η Άγκυρα πιστεύει ότι είναι δυνατή η επίλυση όλων των προβλημάτων – με τους γνωστούς όρους. Δεύτερον, στην εξασφάλιση της ασφάλειας για όλες τις χώρες και όλους τους λαούς των Βαλκανίων, ανεξαρτήτως εθνικής και θρησκευτικής προέλευσης. Τρίτον, στην αλληλεπίδραση και στην αμοιβαία συνεργασία στα θέματα της οικονομίας, κυρίως στους τομείς των μεταφορών και της ενέργειας, όπως το σχέδιο Νabucco. Και, τέλος, στην προστασία και στην ανάπτυξη των πολυπολιτισμικών, πολυεθνικών, πολυθρησκευτικών δομών στις βαλκανικές χώρες.

Ο τούρκος υπουργός ισχυρίζεται ότι τα παραπάνω είναι οι βασικές προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν στην Τουρκία να συμμετάσχει στην «ανοικοδόμηση» των Βαλκανίων. Ωστόσο, λησμονεί, απ' ό,τι φαίνεται, ότι η γνωστή ρητορεία περί ανεκτικότητας και επιείκειας για το διαφορετικό, το «άλλο» στις ανθρώπινες κοινωνίες πρέπει να δεσμεύει κατ' αρχάς τα μέρη που την προωθούν ως ιδανικό μοντέλο διαβίωσης των λαών. Τα μέρη αυτά πρωτίστως βαρύνονται με την ηθική υποχρέωση της προάσπισης και της εφαρμογής των προτάσεών τους, προτού προσκαλέσουν να κάνουν το ίδιο και οι γειτονικές τους χώρες. Αυτό θα είναι ίσως και το σοβαρότερο βήμα για τη διασφάλιση της καλής γειτονίας, που είναι ικανή να οδηγήσει σε συνεργασία και σε άλλα επίπεδα. Συνεπώς, ο Νταβούτογλου θα έπρεπε να φροντίσει κατ' αρχάς τα του οίκου του προτού επιχειρήσει να σχολιάσει, φέρ' ειπείν, τα σύμβολα που διέκρινε κατά την περιοδεία του σε έναν πύργο ρολογιού, όπως μας τα μεταφέρει ο Σαχίν Αλπάι σε άρθρο του, λέγοντας ότι «τα τεμένη πρέπει να λειτουργούν ως τεμένη, οι εκκλησίες ως εκκλησίες και οι πύργοι ρολογιού ως πύργοι ρολογιού» («Ζαμάν», 31/3/2010). Γιατί δεν είναι λίγες οι καταπατήσεις θρησκευτικών και άλλων ελευθεριών στην ίδια την Τουρκία. Θα πρέπει ακόμη, αν θέλει να τιμήσει την αρχή της καλής γειτονίας, να πάψει να υπονομεύει την εθνική ιστορία λαών της Βαλκανικής. Δεν είναι δυνατόν, δηλαδή, να ανταποδίδει τις φιλοφρονήσεις του σκοπιανού Προέδρου Γ. Ιβάνοφ, ο οποίος δήλωσε ότι η χώρα του αντλεί τις ρίζες της πολυπολιτισμικής πολιτικής που ακολουθεί από το οθωμανικό σύστημα των «μιλέτ» (!), με αναφορές στον Μέγα Αλέξανδρο! Συνεπώς, η νέα προσέγγιση του Νταβούτογλου έχει εγγενείς αδυναμίες, τις οποίες θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη για να είμαστε προετοιμασμένοι κατά την υποδοχή του Ερντογάν.

Η επίσκεψη του Νταβούτογλου έχει ενδιαφέρον όμως και για έναν επιπλέον λόγο, που συνδέεται άμεσα με τα παραπάνω. Η ημέρα που επελέγη για την πραγματοποίηση της επίσκεψης αυτής συνιστά επίσης μια συμβολική χειρονομία με αποδέκτες τους ενοίκους του νεοκλασικού της Βασιλίσσης Σοφίας, καθώς είναι ενδεικτική των προθέσεων της Άγκυρας. Ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών επέλεξε να πραγματοποιήσει επίσημη επίσκεψη στα Σκόπια την ημέρα της εθνικής μας εορτής, την 25η Μαρτίου! Η εν λόγω επιλογή προσέφερε κατ' αρχάς στον αρχηγό της τουρκικής διπλωματίας Αχμέτ Νταβούτογλου μια καλή δικαιολογία για να μην επισκεφθεί και να μη συμμετάσχει σε εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται σε τέτοιες περιπτώσεις στις ελληνικές πρεσβείες για τον εορτασμό εθνικών επετείων, όπως έκαναν κατά καιρούς οι προκάτοχοί του. Εκείνο που μας προβληματίζει, ωστόσο, δεν είναι τόσο η απουσία του υπουργού από τέτοιου είδους εκδηλώσεις στις πρεσβείες μας, καθώς η παρουσία του θα επιβεβαίωνε ενδεχομένως και τις «ευγενείς και ειλικρινείς» προθέσεις του, όσο η πραγματοποίηση επίσημης επίσκεψης σε μια γειτονική χώρα με την οποία έχουμε να διευθετήσουμε θέματα που άπτονται της ιστορίας μας, την επέτειο μάλιστα της εθνικής μας εορτής! Αν αναλογιστεί κανείς και τη στάση που τηρεί η Άγκυρα, στους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε, στο Αιγαίο και στο Κυπριακό, γίνεται πιο ευδιάκριτη η πραγματικότητα πίσω από τις ρητορείες περί φιλίας, συνεργασίας κ.ά., με τις οποίες μας κατακλύζουν συνήθως πριν από τις επισκέψεις αξιωματούχων μας στην Άγκυρα… Η απουσία σοβαρής πολιτικής βούλησης για την προάσπιση της εθνικής μας κυριαρχίας στο Αιγαίο έχει αποθρασύνει την Άγκυρα, η οποία δεν διστάζει να παραβιάζει ούτε τον εθνικό μας εναέριο χώρο αλλά ούτε και τα εθνικά μας χωρικά ύδατα. Στο δε Κυπριακό ετοιμάζονται να ζητήσουν και τα ρέστα. Αυτά, για να μην τρέφουμε αυταπάτες για το τι μπορεί να προκύψει από την επίσκεψη στην Άγκυρα στα μέσα του Απρίλη. Το ταξίδι δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες, κυρίως δε όταν δεν εξασφαλίζονται ούτε καν οι βασικές προϋποθέσεις καλής γειτονίας.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 4/4/2010


Για περισσότερα...

27/1/10

Επιχείρηση «Βαριά» και προσπάθεια εμπλοκής της Ελλάδας



(Σκίτσο του Χασλέτ Σογιόζ, "Μιλιέτ", 26/01/2010)

Νέες αποκαλύψεις ήρθαν στο φως της δημοσιότητας για τα σχέδια ανατροπής του Ισλαμικού κόμματος ΑΚΡ από τον τουρκικό στρατό. Ωστόσο, τα σχέδια επέμβασης δεν αφορούν μόνο το ΑΚΡ, αλλά επιδιώκουν να εμπλέξουν και την Ελλάδα, γεγονός που αποδεικνύει την αντίληψη των στρατιωτικών περί της «ελληνο-τουρκικής φιλίας».

Ακόμη ένα σχέδιο επέμβασης του τουρκικού στρατού στα πολιτικά πράγματα της γείτονας αποκάλυψε η ημερήσια «Ταράφ» την εβδομάδα που πέρασε. Το σχέδιο αφορά την περίοδο μετά την άνοδο του ισλαμικού κόμματος ΑΚΡ στην εξουσία το 2002 και εμπεριέχει ένα εμπεριστατωμένο σχέδιο δράσης για την ανατροπή της κυβέρνησης. Το σχέδιο «Βαριά» (Balyoz), όπως ονομάζεται το σχέδιο επέμβασης, στοχεύει στην «προάσπιση του λαϊκού χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος» θεωρώντας «εχθρική» για την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων την ισλαμική κυβέρνηση. Το ογκώδες σχέδιο, το οποίο θυμίζει ίσως σενάρια από πολεμικές ταινίες του Χόλυγουντ, εμπνέεται από το σχέδιο «Σημαία» (Bayrak), που έφερε στην εξουσία τους στρατιωτικούς το Σεπτέμβριο του 1980. Συγκεκριμένα, προβλέπει την ενεργό συμμετοχή περίπου 200 στρατηγών και αξιωματικών επιφορτισμένων με την υλοποίηση διαφόρων φάσεων του σχεδίου με στόχο, την ανατροπή της κυβέρνησης και την υποκατάστασή της από ένα «κηδεμονευόμενο» καθεστώς.

Χαρακτηριστικό του σχεδίου «Βαριά», είναι η εκτεταμένη χρήση μεθόδων ψυχολογικού πολέμου, που στοχεύουν στην πρόκληση έντασης με τον «εσωτερικό και τον εξωτερικό εχθρό». Το εν λόγω σχέδιο εμπεριέχει άλλα τρία σχέδια προς αυτήν την κατεύθυνση. Τα Σχέδια «Σεντόνι» (Çarşaf) και «Γενειάδα» (Sakal) προέβλεπαν την πρόκληση αιματηρών επεισοδίων κατά την προσευχή της Παρασκευής στα τζαμιά της Πόλης Φατίχ και Μπαγιαζίτ, αντιστοίχως. Τα εν λόγω επεισόδια, αφού θα είχαν πάρει «ανεξέλεγκτες» διαστάσεις, θα πρόσφεραν την απαραίτητη δικαιολογία στους στρατιωτικούς να επέμβουν και να ελέγξουν την πολιτική ζωή του τόπου. Το τρίτο σχέδιο «Καταιγίδα» (Οraj), που μας αφορά, προβλέπει την κορύφωση της έντασης στο Αιγαίο με διάδοση ανυπόστατων πληροφοριών και την πρόκληση θερμού επεισοδίου, το οποίο θα κατέληγε σε κατάρριψη ακόμη και τουρκικού πολεμικού αεροσκάφους από τους ίδιους τους Τούρκους! Και το επεισόδιο θα συνοδεύονταν από κινητοποίηση και στη Θράκη! Η πρόκληση θερμού επεισοδίου στόχευε να κατηγορηθεί η ισλαμική κυβέρνηση ως ανίκανη προάσπισης των τουρκικών εθνικών συμφερόντων.

Το δελτίο Τύπου το οποίο εξέδωσε το τουρκικό Γενικό Επιτελείο Στρατού μετά την αποκάλυψη της «Ταράφ» έρχεται να επιβεβαιώσει το σχεδιασμό ποικίλων ψυχολογικών επιχειρήσεων εις βάρος μας. Μολονότι απέρριψε τις κατηγορίες περί πραξικοπήματος, αποδέχτηκε ότι το «Σχέδιο Βαριά» είχε εκπονηθεί στα πλαίσια ασκήσεων «Ασφάλειας και Δημόσιας Τάξης»! Και αυτή η δήλωση-ομολογία αποτελεί αδιάσειστο στοιχείο για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων, που άμεσα ή έμμεσα επιβουλεύονται την εθνική μας κυριαρχία στο Αιγαίο και στη Θράκη.

Η χρονική στιγμή της αποκάλυψης, βέβαια, προκαλεί εντύπωση, καθώς η τουρκική δικαιοσύνη εκδίκαζε την προσφυγή του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος για ακύρωση νόμου ο οποίος ψηφίστηκε πριν από έναν χρόνο και βάσει του οποίου τα πολιτικά δικαστήρια θα ήταν ικανά να δικάσουν στρατιωτικούς για ορισμένης κατηγορίας αδικήματα. Επίσης παρατηρούμε ότι αναθερμαίνεται η συζήτηση περί αναθεώρησης κάποιων άρθρων του στρατιωτικού συντάγματος του 1982 και έμμεσα ενδιαφέρουν και τους στρατιωτικούς. Ακόμη, θα πρέπει κανείς να υπενθυμίσει τις συνθήκες που επικρατούσαν στην εγγύς της Τουρκίας περιοχή την περίοδο που καταστρωνόταν το «Σχέδιο Βαριά»: Οι ΗΠΑ ετοιμάζονταν να επέμβουν στο Ιράκ για να ανατρέψουν το καθεστώς Χουσεΐν. Άραγε λειτούργησε ανασταλτικά ο διεθνής παράγων στην εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου; Αν ναι, τότε γιατί οι Αμερικανοί μετά την απόρριψη του αιτήματος χρήσης του τουρκικού εδάφους την 1η Μαρτίου 2003 δεν στήριξαν τους στρατιωτικούς; Τα ερωτήματα για τις εσωτερικές και τις διεθνείς συγκυρίες της περιόδους εκείνης είναι περίπλοκα.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι σχέσεις στρατού και ισλαμικού κόμματος ΑΚΡ κινούνται σε τροχιά έντασης και ρήξης αρκετό καιρό. Είναι δε ιδιαίτερα ανησυχητική η διαπίστωση ότι σχέδια των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων προσβλέπουν στη χρησιμοποίηση της χώρας μας ως άλλοθι σε μία ενδεχόμενη επέμβαση του στρατού στα πολιτικά πράγματα της γείτονας. Το πιο ανησυχητικό απ’ όλα, όμως, είναι ότι η ύπαρξη τέτοιων σχεδίων ομολογείται ανερυθρίαστα από τους στρατιωτικούς ακυρώνοντας, εκ των πραγμάτων, τις τελευταίες εκδοχές της «ελληνο-τουρκικής φιλίας».

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος
kbocporitis.jr@gmail.com

Το Παρόν της Κυριακής - 24/01/2010


Για περισσότερα...

22/12/09

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα και η Τουρκία


Τουρκικοί επιχειρηματικοί κύκλοι έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους στη χώρα μας, με αφορμή την οικονομική κρίση. Οι αρμόδιοι τουρκικοί φορείς ενθαρρύνουν τις επενδύσεις στην Ελλάδα και κατ' επέκταση στα Βαλκάνια, ελπίζοντας να «ανταποδώσουν» την ελληνική «διείσδυση» στην Τουρκία στις αρχές του 2000.

Το έντονο επιχειρηματικό ενδιαφέρον των αρμόδιων φορέων και του ιδιωτικού κεφαλαίου της Τουρκίας φαίνεται να έχει προκληθεί από τη δυσμενή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η οικονομία της χώρας μας. Παρά τις κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις που σημειώθηκαν πρόσφατα στη γείτονα, το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται η Ελλάδα δεν διέφυγε την προσοχή του τουρκικού Τύπου.

Διάφοροι τούρκοι αρθρογράφοι ασχολήθηκαν με τα αρνητικά οικονομικά στοιχεία που παρουσιάζει η Αθήνα και προέβησαν σε συγκρίσεις μ' εκείνα της τουρκικής οικονομίας. Ο Γκιουνγκιόρ Ουράς, φέρ' ειπείν, τονίζει στο άρθρο του («Μιλιέτ», 17/12/2009) τα οικονομικά ωφελήματα που δέχεται για χρόνια η Αθήνα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και προβλέπει ότι οι ευρωπαίοι εταίροι θα φανούν αλληλέγγυοι και θα στηρίξουν την ελληνική οικονομία και στο μέλλον. Αναφέρθηκε στα οικονομικά στοιχεία της Τουρκίας, η οποία αντιμετωπίζει επίσης τις αρνητικές συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, αλλά φαίνεται να συγκρατεί, προς το παρόν τουλάχιστον, το δημόσιο έλλειμμα και το χρέος σε χαμηλότερα επίπεδα από τα δικά μας.

Η παρουσίαση αυτή των οικονομικών στοιχείων των δύο χωρών πρόσφερε στον Ουράς την ευκαιρία να τονώσει το ηθικό της τουρκικής κοινής γνώμης και της αγοράς όσον αφορά την κατάσταση της τουρκικής οικονομίας. Ωστόσο, το σημαντικότερο είναι ότι καλλιεργεί αφενός το αίσθημα της «αδικίας», ανασκαλεύοντας τα εθνικά στερεότυπα, και αφετέρου την αισιοδοξία για την «ένταξη» που θα εξασφαλίσει ανάλογα οικονομικά ωφελήματα στην Άγκυρα. Άλλο κομμάτι του τουρκικού Τύπου ασχολήθηκε με τις επιχειρηματικές ευκαιρίες που παρουσιάζει η οικονομική κατάπτωση της χώρας μας για τους τούρκους επενδυτές. Στα δημοσιεύματα των εφημερίδων που διατηρούν στενές σχέσεις με το κατεστημένο, η περίοδος που διανύει η ελληνική οικονομία παρουσιάζεται ως μια χρυσή ευκαιρία για επενδύσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον φαίνεται ότι υπάρχει για τους τομείς της χρηματοπιστωτικής αγοράς, του τουρισμού και της πληροφορικής. Ο πρόεδρος της τουρκικής Επιτροπής Ρύθμισης και Εποπτείας του Τραπεζικού Συστήματος (BDDK) Τεβφίκ Μπιλγκίν ανακοίνωσε ότι οι τουρκικές τράπεζες βρίσκονται επί ποδός για να αξιοποιήσουν τις επενδυτικές ευκαιρίες που θα εμφανιστούν στην ελληνική αγορά. Ο Μπιλγκίν σημείωσε ακόμη ότι η Επιτροπή στηρίζει τις προσπάθειες που θα γίνουν από τις τουρκικές τράπεζες για την κατάκτηση της βαλκανικής αγοράς! Συγκεκριμένα δήλωσε ότι «η οικονομική κρίση στην Ελλάδα αναμένεται να οδηγήσει σε κενά στον χρηματοπιστωτικό τομέα των βαλκανικών χωρών. Η κάλυψη του εν λόγω κενού από τις τουρκικές τράπεζες αποτελεί το πιο φυσικό δικαίωμά τους!» («Σταρ», 18/12/2009).
Οι τουρκικές εφημερίδες έδωσαν δημοσιότητα και στις δηλώσεις του προέδρου του Ελληνοτουρκικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, Παναγιώτη Κουτσίκου, που θεωρεί ότι η οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ευκαιρία για επενδύσεις στη χώρα εκ μέρους των τούρκων επιχειρηματιών. Ο κ. Κουτσίκος φαίνεται να έχει δηλώσει ακόμη ότι «η οικονομική κρίση θα επηρεάσει (αρνητικά) τις εξαγωγές μας προς την Τουρκία. Αντιθέτως, θα αυξηθούν οι ποιοτικές και φθηνές εξαγωγές της Τουρκίας (προς την Ελλάδα). Είναι μια καλή ευκαιρία για τους τούρκους επιχειρηματίες που ασχολούνται με τις εξαγωγές» («Χουριέτ», 18/12/2009).

Ωστόσο, εντύπωση προκαλεί η τοποθέτησή του όσον αφορά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι έλληνες επιχειρηματίες: «Υπάρχει πρόβλημα ρευστότητας στην αγορά. Οι τράπεζες μείωσαν κατά πολύ τις πιστώσεις στους επιχειρηματίες, και φαίνεται ότι η κατάσταση αυτή θα εξακολουθήσει για πολύ καιρό ακόμα», λέει ο κ. Κουτσίκος και προσθέτει: «Είναι πια καιρός να μειωθούν και οι δικές μας εξοπλιστικές δαπάνες και της Τουρκίας».
Η αναφορά του κ. Κουτσίκου στην ανάγκη μείωσης των εξοπλιστικών δαπανών σε μια συζήτηση γύρω από τις οικονομικές δραστηριότητες των δύο χωρών αναμφίβολα ξαφνιάζει τους αναγνώστες. Ωστόσο, η προβολή από τους Τούρκους του αιτήματος αυτού δεν είναι άμοιρη λεπτών στρατηγικών υπολογισμών. Την εβδομάδα που κύλησε, εμφανίστηκαν στην Τουρκία δημοσιεύματα που αναφέρονταν στην προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να μειώσει τις εξοπλιστικές δαπάνες, στο πλαίσιο εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας. Ο Σουλεϊμάν Γιασάρ, φερ' ειπείν, στο άρθρο του με τίτλο «Η Ελλάδα ''πτώχευσε'' εξαιτίας των εξοπλιστικών δαπανών», παρουσιάζει τις εξοπλιστικές δαπάνες ως σημαντικό λόγο της οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα («Ταράφ», 17/12/2009).Το σημαντικότερο, όμως, είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει: «Οι δύο χώρες στο εξής θα πρέπει να σκεφτούν (από κοινού) σοβαρά την περικοπή των εξοπλιστικών δαπανών. Διαφορετικά δεν θα αποφύγουν να περιέλθουν διαδοχικά σε οικονομικό αδιέξοδο».

Η παραπάνω άποψη περί μείωσης των εξοπλιστικών δαπανών αγνοεί παντελώς, από τη μια, την αιτία του κακού, δηλαδή τις επεκτατικές και ηγεμονικές διαθέσεις που ακολουθεί η Τουρκία έναντι της Ελλάδας εδώ και δεκαετίες, και από την άλλη παραβλέπει τις πραγματικές προθέσεις που κρύβονται πίσω από παρόμοιες προτάσεις: τον εξαναγκασμό της ελληνικής ηγεσίας σε εφ' όλης της ύλης διαπραγματεύσεις με την Άγκυρα. Γίνεται, συνεπώς, αντιληπτό κι από τον πλέον ανυποψίαστο αναγνώστη ότι η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να ανακοινώσει μείωση των εξοπλιστικών δαπανών ήταν ένα «μήνυμα» που έγινε αντιληπτό από την άλλη πλευρά ως «αλλαγή» στις προτεραιότητες της χώρας: Πρώτα έρχεται πλέον -και επισήμως- η οικονομική ευημερία και μετά η ασφάλεια της χώρας. Επόμενο είναι, λοιπόν, να αυξηθούν οι πιέσεις της Άγκυρας στο άμεσο μέλλον.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν ότι η κακή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί ερέθισμα αφενός για τη βελτίωση της τουρκικής οικονομίας, και αφετέρου για την αύξηση γενικά της επιχειρηματικότητας στην περιοχή μας και ειδικότερα των πιέσεων προς εμάς. Πέρα από τη δέουσα προσοχή που οφείλει να δώσει ο πολιτικός και επιχειρηματικός κόσμος στις προτάσεις «συνεργασίας» με τους επιχειρηματικούς κύκλους της γείτονος (καλό παράδειγμα αποτελεί η δυσμένεια στην οποία έχει περιέλθει το Τελ Αβίβ, παρόλο που πρόσφερε σημαντική πολιτική στήριξη στην Άγκυρα), που δεν δρουν κατ' ανάγκη ανεξέλεγκτα και χωρίς σχέδιο με μόνο στόχο το κέρδος όπως άλλοι λαοί, είναι επιβεβλημένο να επιδείξει και μια αξιόλογη και συντονισμένη προσπάθεια επιχειρηματικότητας στις αγορές της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 20/12/2009


Για περισσότερα...

18/11/09

Η Άγκυρα, η Ισλαμική Διάσκεψη και τα εθνικά μας ζητήματα



(Ρόϊτερς, 09 Νοεμβρίου 2009)

Τις χώρες της Ισλαμικής Διάσκεψης φιλοξένησε η Τουρκία, για να συζητήσουν θέματα οικονομικής ανάπτυξης και συνεργασίας των μουσουλμανικών χωρών. Η ώθηση που επιδιώκεται να δώσει στον εν λόγω τομέα η Άγκυρα συνδέεται άμεσα με τις επιδιώξεις της στην περιοχή μας.

Η 25η σύνοδος της Μόνιμης Επιτροπής Οικονομικής και Εμπορικής Συνεργασίας (COMCEC) συνήλθε την εβδομάδα που κύλησε στην Κωνσταντινούπολη. Οι ισλαμικές χώρες, και κυρίως οι όμορες χώρες της Τουρκίας, έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον στο γεγονός, όπως προκύπτει και από τη συμμετοχή 54 χωρών. Αρκετές από τις χώρες αυτές μάλιστα εκπροσωπήθηκαν σε πολύ υψηλό επίπεδο: 11 αρχηγοί κρατών, 6 πρωθυπουργοί και 18 υπουργοί.

Στη σύνοδο συζητήθηκαν θέματα που αφορούν τη σύσφιγξη της οικονομικής συνεργασίας και την ανάπτυξη εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των χωρών του ισλαμικού κόσμου. Στο τέλος των εργασιών υιοθετήθηκε κείμενο με γενικές αρχές. Η «Διακήρυξη της Κωνσταντινούπολης», όπως αποκαλείται, παροτρύνει τα κράτη μέλη της Διάσκεψης να καταβάλουν περισσότερες προσπάθειες για τη μείωση της φτώχειας, να αναπτύξουν επιχειρηματικές συνεργασίες μεταξύ τους, να αυξήσουν το επίπεδο των συναλλαγών τους κατά 20% μετά το 2015, να βελτιώσουν την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών τους, να συνεργαστούν για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντολογικών ζητημάτων και να δημιουργήσουν κοινά προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης.

Ο ρόλος της Άγκυρας στην COMCEC ανάγεται στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν η Τουρκία, με τον τότε Πρόεδρό της Κενάν Εβρέν, είχε αναλάβει την προεδρία της Επιτροπής. Έκτοτε, ωστόσο, ο θεσμός αυτός διέγραψε μηδαμινή πρόοδο παραμένοντας σχεδόν στην αφάνεια. Το ενδιαφέρον της Άγκυρας να δραστηριοποιήσει την Επιτροπή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν είναι τυχαίο γεγονός. Εντάσσεται στα ευρύτερα στρατηγικά της σχέδια για την ενίσχυση της πολιτικής και οικονομικής της ανεξαρτησίας. Με άλλα λόγια, η Άγκυρα βρίσκεται σε τροχιά γενικότερης απεξάρτησης από τη Δύση, σχέδιο όμως που απαιτεί αφενός την ανεύρεση τεράστιων οικονομικών πόρων, γεγονός που δυσχεραίνει το εγχείρημα, ιδίως τη στιγμή αυτήν που η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, και αφετέρου ισχυρούς φίλους στον υπόλοιπο κόσμο. Συνεπώς η νέα φιλοσοφία της πάση θυσία αναβάθμισης της διεθνούς θέσης της χώρας, την οποία προωθεί ο ιθύνων νους της τουρκικής διπλωματίας, απαιτεί σύσφιγξη των οικονομικών σχέσεων με τις ισλαμικές χώρες, κυρίως τις όμορες, όπως το Ιράν, η Συρία και το Ιράκ, ούτως ώστε τα αμοιβαία οφέλη που θα προκύψουν να εκμηδενίσουν κάθε πιθανότητα εμφάνισης πολιτικών διαφορών. Το κατάλληλο ιδεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου θα επιδιωχθεί το εγχείρημα προσφέρεται από τον ισλαμικό θεσμό (Ισλαμική Διάσκεψη). Να γιατί η Άγκυρα δεν άφησε να περάσει ανεκμετάλλευτη η ευκαιρία, όταν παρουσιάστηκαν οι κατάλληλες συγκυρίες, να διεκδικήσει τη θέση του γενικού γραμματέα της Διάσκεψης.

Το θέμα ενδιαφέρει άμεσα τη χώρα μας, καθώς η Άγκυρα χρησιμοποιεί το βήμα της Διάσκεψης όλο και πιο συχνά και επίμονα για να προωθήσει τα συμφέροντά της στο Κυπριακό. Έτσι, η σύνοδος της COMCEC προσφέρθηκε για μία ακόμη διπλωματική εκστρατεία της Άγκυρας. Ο Πρόεδρος Γκιουλ είχε την ευκαιρία να απευθύνει έκκληση στα κράτη-μέλη της Διάσκεψης «να προσφέρουν κάθε δυνατή βοήθεια στους τουρκοκύπριους αδελφούς τους για να αρθούν οι άδικες πιέσεις και αποκλεισμοί». Τα ίδια περίπου είπε και ο τουρκοκύπριος ηγέτης Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, ο οποίος βρέθηκε παρών εκπροσωπώντας το ψευδοκράτος, που συμμετέχει στις εργασίες της Διάσκεψης με το καθεστώς του παρατηρητή. Προφανής στόχος της Άγκυρας είναι να ενθαρρυνθούν οι μουσουλμανικές χώρες να εγκαινιάσουν οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με τα κατεχόμενα, γεγονός που θα σήμαινε παγιοποίηση της κατάστασης και de facto αναγνώριση του παράνομου καθεστώτος. Το θέμα, όμως, δεν σταματά εκεί. Ο Γκιουλ επέστησε την προσοχή της Διάσκεψης στη σημασία της ένταξης, στο πλαίσιο συνεργασίας και αλληλοϋποστήριξης που επιδιώκεται να διαμορφωθεί μεταξύ των μελών της Διάσκεψης, και των μουσουλμανικών κοινοτήτων, με ρητή αναφορά σʼ εκείνες των Βαλκανίων!

Το παραπάνω θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των όσων αποκαλυπτικών σημείωσε σε άρθρο του ο έγκριτος τούρκος δημοσιογράφος Σαμί Κοέν στην ημερήσια «Μιλιέτ» (11/11/2009) αναφορικά με το περιεχόμενο της επιστολής που απηύθυνε ο τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον έλληνα ομόλογό του. Κατʼ αυτόν, τέσσερα είναι τα επίμαχα σημεία της επιστολής: το Κυπριακό, το Αιγαίο, τα μειονοτικά και η παράνομη μετανάστευση. Είναι πασιφανές πλέον ότι η Άγκυρα επιδιώκει να εξασφαλίσει στη μειονότητα της Θράκης το καθεστώς του παρατηρητή στη Διάσκεψη, δρομολογώντας έτσι μια νέα κυπριακή τραγωδία, που θα την υλοποιήσει μόλις θα της προσφερθεί η κατάλληλη ευκαιρία.

Η Ισλαμική Διάσκεψη έχει εξελιχθεί σε όχημα της Άγκυρας, μιας κατά τα άλλα «σεκουλαριστικής» και «δυτικόστροφης» χώρας, για την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων. Ουδεμία αντίδραση έχει σημειωθεί, ωστόσο, για το σουρεαλιστικό αυτό πάρε δώσε που παρατηρείται μεταξύ της Τουρκίας και του ισλαμικού κόσμου. Να είναι, άραγε, προνόμιο μόνο της Τουρκίας και των ισλαμικών χωρών να συστήνουν, να συμμετέχουν και να ηγούνται περιφερειακών οργανισμών θρησκευτικού χαρακτήρα; Αν όχι, ίσως τελικά να μην ήταν και τόσο παράλογη ιδέα να συσταθεί κάποτε ένας ανάλογος με τη Διάσκεψη θεσμός από τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, που θα έδινε στην Αθήνα την ευκαιρία να ξαναμπεί δυναμικά στη διεθνή πολιτική σκηνή. Αυτό που χρειάζεται είναι υπεύθυνη και σοβαρή δουλειά που θα έχει διάρκεια.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 15/11/2009

Για περισσότερα...

27/4/09

Χρεοκοπία της κατευναστικής πολιτικής έναντι του άκρατου Νέοοθωμανισμού


Ενώ η ηγεσία του στενού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει εκφράσει την αντίθεσή της στην πλήρη ένταξη της Τουρκίας, εξαιτίας κυρίως της μηδαμινής προόδου που έχει να επιδείξει το ισλαμικό κυβερνών κόμμα ΑΚΡ ως αυτήν τη στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθεί να αμφιταλαντεύεται για το εάν θα πρέπει να συνταχθεί με τους ευρωπαίους εταίρους της.

Η πρόσφατη επίσκεψη του αμερικανού Προέδρου Μπάρακ Ομπάμα στην Τουρκία έβαλε πρόωρο τέλος στην αισιοδοξία που διακατείχε την ελληνική Πολιτεία, η οποία, απʼ ό,τι φάνηκε, είχε εναποθέσει τις ελπίδες της για επίλυση των εθνικών της ζητημάτων στην υποστήριξη της Ουάσινγκτον. Οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις βαίνουν προς «αναβάθμιση» και ότι η Τουρκία αναγνωρίζεται πλέον ως εκκολαπτόμενη περιφερειακή δύναμη στη Μέση Ανατολή. Το ενδεχόμενο επαλήθευσης αυτού του σεναρίου θα συνεπάγεται πιθανότατα και νέες υποχωρήσεις εκ μέρους της Αθήνας στις μεθοδευμένες διεκδικήσεις της Άγκυρας που διακατέχονται από το πνεύμα του Νεοοθωμανισμού.

Το σχέδιο της Άγκυρας να εγκαθιδρύσει μια σφαίρα επιρροής που θα εκτείνεται «από την Αδριατική έως το Σινικό Τοίχος» –το γνωστό όραμα του Τουργκούτ Οζάλ– έχει διατυπωθεί από τα πρώτα κιόλας χρόνια της δεκαετίας 1990. Οι ανακατατάξεις της μεταψυχροπολεμικής περιόδου είχαν προσφερθεί για μια ρηξικέλευθη προσπάθεια εφαρμογής του δόγματος κατʼ αρχάς στις χώρες της βαλκανικής χερσονήσου. Η πολιτική αυτή βέβαια δεν είναι εντελώς καινούργια, καθώς αποτελεί σε μεγάλο βαθμό τη συνέχεια της αναθεωρητικής πολιτικής που ακολούθησε η Άγκυρα από σχεδόν την επομένη της σύναψης της Συνθήκης της Λωζάννης και είχε τα γνωστά αποτελέσματα: αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών, εξαφάνιση της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο, εισβολή στην Κύπρο κ.ο.κ.

Οι εσωτερικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα τις δεκαετίες 1980 και 1990 στην Τουρκία ευνόησαν τη μερική απομυθοποίηση του κεμαλισμού και κυρίως την ανασκευή και προώθηση των οθωμανικών προτύπων στην κοινή γνώμη, συμβάλλοντας στον ιδεολογικό αναπροσανατολισμό της. Το ιδεολογικό υπόβαθρο του νέου δόγματος αποτέλεσαν, λοιπόν, τα οθωμανικά πρότυπα διακυβέρνησης των λαών, όπου η εξουσία ασκείται από τους μουσουλμάνους. Πρωταρχικό ρόλο στο δόγμα αυτό, συνεπώς, παίζει το Ισλάμ: αναπόσπαστο στοιχείο της οθωμανικής εξουσίας. Εξ ου και η δυναμική διαχείριση των θεμάτων εξωτερικής πολιτικής και διεθνών οικονομικών σχέσεων εκ μέρους του κυβερνώντος ισλαμικού κόμματος ΑΚΡ, που επιδιώκει την εξάπλωση της εξουσίας της χώρας στις περιοχές που γειτνιάζει – συχνά πρώην επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εφόσον η άκρατη νεοοθωμανική πολιτική που ακολουθεί η Άγκυρα χαίρει πλέον φανερά όχι μόνο της ανοχής, αλλά και της ευλογίας της υπερατλαντικής συμπολιτείας, τότε λοιπόν το ερώτημα που τίθεται είναι ποια στάση θα πρέπει να τηρήσει η ελληνική κυβέρνηση για να αποφευχθούν τα χειρότερα.

Είναι αλήθεια ότι παρά τις δύσκολες πολιτικές και κυρίως οικονομικές συγκυρίες που επικρατούν στη διεθνή σκακιέρα, οι συσχετισμοί φαίνεται να μην είναι κατʼ ανάγκην απαγορευτικοί ούτε για την αναθεώρηση των συμμαχιών μας στο πλαίσιο της Δυτικής συμμαχίας ή τη σύναψη νέων εκεί που το εθνικό συμφέρον το απαιτεί, ούτε για τον επαναπροσδιορισμό των στόχων και την επανεξέταση της στρατηγικής μας. Ας εκμεταλλευθούμε το γεγονός ότι συμμετέχουμε κυρίως στους ευρωπαϊκούς θεσμούς ως ισότιμα μέλη, στοιχείο που αποτελεί, αναμφίβολα, και το ισχυρότερο διαπραγματευτικό μας χαρτί. Εξάλλου, οι ευρωπαίοι ηγέτες είναι εμφανώς ενοχλημένοι από τη στάση της Ουάσινγκτον, που παραβαίνοντας τα επιτρεπτά όρια υπέδειξε στις Βρυξέλλες να εντάξουν την Τουρκία στην ΕΕ, αλλά και από εκείνη της Άγκυρας που ολοένα και πιο συχνά φέρνει εμπόδια στα πλαίσια των εργασιών είτε της Ατλαντικής Συμμαχίας είτε των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Το Παρίσι και το Βερολίνο προσανατολίζονται ήδη στη θέσπιση ειδικής σχέσης με την Τουρκία, που θα την αποκλείει από τους μηχανισμούς λήψης απόφασης.

Υπό αυτές τις συνθήκες πρέπει να αναλάβουμε και εμείς το μέρος των ευθυνών που μας αναλογεί. Για πόσο ακόμη είμαστε διατεθειμένοι να υποστηρίζουμε άνευ όρων μια σχεδόν αβέβαιη ευρωπαϊκή προοπτική για λογαριασμό της γείτονος; Μια προοπτική που ούτε η ίδια, βάσει στοιχείων που προκύπτουν από τις επιλογές της, δεν είναι σίγουρη ότι πραγματικά επιθυμεί να επιδιώξει!

Η πολιτική μας φαντάζει έτι περισσότερο παράλογη εάν αναλογισθεί κανείς ότι η Άγκυρα αμφισβητεί συνεχώς τον εθνικό εναέριο χώρο και παραβιάζει τα εθνικά χωρικά ύδατα, δεν τηρεί το Πρωτόκολλο της Άγκυρας που προβλέπει την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το άνοιγμα των λιμανιών και των αεροδρομίων της στα κυπριακά πλοία και αεροσκάφη, κωλυσιεργεί στην εξεύρεση «ομοσπονδιακής» λύσης στο Κυπριακό, ενώ προλειαίνει το έδαφος στη Θράκη.

Πρέπει επιτέλους να μπει ένα τέλος στην κατευναστική πολιτική που εγκαινιάστηκε με την κρίση των Υμίων, συνεχίστηκε με τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη (1997), η οποία αναγνωρίζει τουρκικά «κυριαρχικά δικαιώματα» στο Αιγαίο, με τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στο Ελσίνκι (1999) και κορυφώνεται επί των ημερών μας.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 26/4/2009

Για περισσότερα...